Οικονομία

Η κατάρρευση των συντάξεων του ιδιωτικού τομέα και η «σιγουριά» του δημοσίου

Κωνσταντίνα Κοσμά
12-10-26

Οι συντάξεις του ιδιωτικού τομέα βρίσκονται σήμερα σε κατάσταση κατάρρευσης, καθώς αποτυπώνουν τις εξαιρετικά δύσκολες εργασιακές συνθήκες που επικράτησαν στη χώρα από το 2020 και μετά, αλλά και κατά τη διάρκεια των μνημονίων. Η ανεργία που έφτασε το 27% και η ονομαστική μείωση των μισθών στον ιδιωτικό τομέα, σε συνδυασμό με το τρίτο μνημόνιο και το Ασφαλιστικό Κατρούγκαλου του 2016, έχουν οδηγήσει σε σημαντικά χαμηλότερες συντάξεις. Αυτή η κατάσταση ερμηνεύει και την έντονη απόκλιση μεταξύ των συντάξεων του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα.

Οι παράγοντες που διαμόρφωσαν τις συντάξεις

Η περίοδος των μνημονίων χαρακτηρίστηκε από υψηλά ποσοστά ανεργίας, φτάνοντας το 27%, γεγονός που επηρέασε άμεσα την ασφαλιστική πορεία χιλιάδων εργαζομένων. Παράλληλα, ο ιδιωτικός τομέας βίωσε μια ονομαστική μείωση των μισθών άνω του 22%, με τον βασικό μισθό να πέφτει από τα 751 στα 586 ευρώ. Αυτές οι συνθήκες, σε συνδυασμό με την εφαρμογή του τρίτου μνημονίου και του Ασφαλιστικού νόμου Κατρούγκαλου το 2016, αποτυπώνονται πλέον στις συντάξεις που λαμβάνουν οι σημερινοί συνταξιούχοι.

Οι εξαιρετικά δύσκολες εργασιακές συνθήκες που ξεκίνησαν από το 2020 και συνεχίζονται μέχρι σήμερα, έχουν επίσης σημαντικό αντίκτυπο στις νέες συντάξεις. Ο μέσος ονομαστικός μισθός, ο οποίος ανέρχεται στα 1.402 ευρώ, δεν έχει καταφέρει να φτάσει τα προ της οικονομικής κρίσης επίπεδα, που ήταν 1.442 ευρώ. Αυτή η στασιμότητα των μισθών συνεισφέρει στην περαιτέρω μείωση των συνταξιοδοτικών αποδοχών στον ιδιωτικό τομέα.

Η απόκλιση μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα

Παρά τις περικοπές δύο μισθών (Δώρα ή 13ος και 14ος μισθός) που έγιναν στο δημόσιο τομέα, οι συντάξεις των δημοσίων υπαλλήλων παραμένουν 37% υψηλότερες σε σύγκριση με αυτές του ιδιωτικού τομέα. Ενδεικτικά, εάν ένας υπάλληλος του δημοσίου λαμβάνει κατά μέσο όρο 1.200 ευρώ ως μεικτή κύρια σύνταξη, στον ιδιωτικό τομέα το αντίστοιχο ποσό είναι κάτω των 850 ευρώ.

Η διαφορά αυτή γίνεται ακόμη πιο έντονη αν συνυπολογιστούν και οι υπάλληλοι του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως οι εργαζόμενοι στη ΔΕΗ, τον πρώην ΟΤΕ και τις τράπεζες, οι οποίοι δεν ανήκουν στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους. Σε αυτή την περίπτωση, η σύνταξη του ιδιωτικού τομέα δεν φτάνει ούτε στο 50% της σύνταξης του δημόσιου. Η «ασφάλεια» που προσφέρει το δημόσιο αποτυπώνεται ξεκάθαρα και στις συνταξιοδοτικές αποδοχές.

Ο νόμος Κατρούγκαλου και οι χαμηλές αποδοχές

Ο νόμος 4387/16, γνωστός ως νόμος Κατρούγκαλου, αποτελεί μία από τις κυριότερες αιτίες για τις πολύ χαμηλές συντάξεις που χορηγούνται πλέον. Οι βασικές προβλέψεις του νόμου, ιδίως όσον αφορά τα ποσοστά αναπλήρωσης, κρίνονται ανεπαρκείς και χρήζουν αλλαγής. Η αναγκαία μεταβολή του συγκεκριμένου νόμου, με την αναθεώρηση των χαμηλών ποσοστών αναπλήρωσης, αποτελεί μία από τις βασικές προϋποθέσεις για τη βελτίωση των συνταξιοδοτικών αποδοχών.

Οι προϋποθέσεις για υψηλότερες συντάξεις

Πέρα από την αναγκαία αλλαγή του νόμου Κατρούγκαλου, τέσσερις είναι οι βασικές προϋποθέσεις που μπορούν να οδηγήσουν σε καλύτερες συντάξεις. Η πρώτη προϋπόθεση είναι η «έξοδος» από την εργασία με πλήρεις αποδοχές, δηλαδή χωρίς την επιβολή πέναλτι για πρόωρη έξοδο, η οποία οδηγεί σε μειωμένη σύνταξη.

Η δεύτερη προϋπόθεση αφορά την ύπαρξη ενός καλού μέσου μισθού από το 2002 και μέχρι την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης συνταξιοδότησης. Ενώ η μερική απασχόληση μπορεί να συμβάλει στη συγκέντρωση των ενσήμων για τη θεμελίωση των προϋποθέσεων του χρόνου ασφάλισης, ταυτόχρονα «γκρεμίζει» τον μέσο όρο των αποδοχών, από τον οποίο προκύπτει το ποσό της ανταποδοτικής σύνταξης.

Η τρίτη προϋπόθεση είναι η συμπλήρωση 40 ετών ασφάλισης, είτε με πραγματική εργασία είτε με πλασματικά έτη. Αυτό ισχύει ακόμα και όταν ο ασφαλισμένος βρίσκεται ή πλησιάζει την ηλικία των 67 ετών και θα μπορούσε να συνταξιοδοτηθεί με λιγότερα έτη ασφάλισης, καθώς τα 40 έτη μεγιστοποιούν το ποσό της σύνταξης. Τέλος, η τέταρτη προϋπόθεση συνίσταται στην αποφυγή των «δωρεάν» πλασματικών ετών ασφάλισης, διότι αυτά μειώνουν το κλάσμα της ανταποδοτικής σύνταξης, οδηγώντας σε μικρότερο τελικό ποσό.

Με πληροφορίες από: Ieidiseis