Οικονομία

Πιέσεις στο κόστος δανεισμού: Στο 4,44% η απόδοση του ελληνικού δεκαετούς ομολόγου

Κωνσταντίνα Κοσμά
01-10-26

Η αγορά ομολόγων διατηρεί την απόδοση του ελληνικού δεκαετούς στο 4,44%, καθώς η προσοχή παραμένει στραμμένη στο πόσο θα κοστίσει η επόμενη έξοδος του Δημοσίου για δανεισμό στις αγορές. Οι διεθνείς πιέσεις στο κόστος δανεισμού επηρεάζουν και την Ελλάδα, παρόλο που η πρόσφατη αναβάθμιση της πιστοληπτικής της ικανότητας προσφέρει στήριξη. Η κατάσταση αυτή δημιουργεί ερωτήματα για τον χρόνο και τις συνθήκες της επόμενης έκδοσης ομολόγων.

Η απόδοση του ελληνικού δεκαετούς

Στο 4,44% διατηρεί η αγορά ομολόγων την απόδοση του ελληνικού δεκαετούς, κρατώντας την προσοχή στραμμένη στο πόσο θα κοστίσει η επόμενη έξοδος του Δημοσίου για δανεισμό στις αγορές. Η άνοδος της απόδοσης ενός ομολόγου που ήδη κυκλοφορεί σημαίνει ότι η τιμή του στη δευτερογενή αγορά πέφτει, ενώ το κουπόνι του παραμένει ίδιο.

Το πραγματικό κόστος δανεισμού του Δημοσίου θα αποτυπωθεί στην επόμενη έκδοση, με βάση την απόδοση που θα ζητήσουν οι επενδυτές για να τοποθετήσουν νέα κεφάλαια. Αυτό καθιστά κρίσιμη την παρακολούθηση των συνθηκών της αγοράς για τον καθορισμό του κατάλληλου χρόνου για την επόμενη κίνηση.

Διεθνείς πιέσεις και ευρωπαϊκά ομόλογα

Οι πιέσεις στο κόστος δανεισμού δεν αφορούν μόνο την Ελλάδα, αλλά αποτελούν ένα ευρύτερο διεθνές φαινόμενο. Το γερμανικό δεκαετές ομόλογο κινείται στο 3,58%, με το ελληνικό να διατηρεί απέναντί του ένα περιθώριο περίπου 86 μονάδων βάσης. Παράλληλα, οι αποδόσεις της Ιταλίας βρίσκονται στο 4,57% και της Γαλλίας στο 4,78%.

Είναι σαφές ότι η αναβάθμιση της Ελλάδας σε BBB+ από τον οίκο Scope βοηθά το προφίλ της χώρας, ωστόσο η διεθνής άνοδος των αποδόσεων φτάνει και στα δικά της ομόλογα, επηρεάζοντας το συνολικό τοπίο του δανεισμού.

Η επίδραση των ΗΠΑ και ο πληθωρισμός

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το δεκαετές ομόλογο διαμορφώνεται στο 5,22% και το τριακονταετές στο 5,56%. Οι υψηλές αμερικανικές αποδόσεις ασκούν πίεση και στην Ευρώπη, καθώς ανταγωνίζονται για την προσέλκυση επενδυτικών κεφαλαίων. Την ίδια στιγμή, οι τιμές του πετρελαίου παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, διατηρώντας ζωντανή την ανησυχία για τον πληθωρισμό.

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει αυξήσει το επιτόκιο καταθέσεων στο 2,50% και παρακολουθεί εάν η ακριβή ενέργεια μετακυλίεται σε άλλα αγαθά και στους μισθούς. Στις ΗΠΑ, ο Τζον Γουίλιαμς της Fed Νέας Υόρκης δεν βλέπει επείγουσα ανάγκη για νέα αύξηση των επιτοκίων, γεγονός που προσθέτει στις διαφορετικές προσεγγίσεις των κεντρικών τραπεζών.

Το «μαξιλάρι ασφαλείας» του ελληνικού Δημοσίου

Παρά τις διεθνείς πιέσεις, το ελληνικό Δημόσιο διαθέτει ένα «μαξιλάρι ασφαλείας» που προσφέρει ευελιξία. Το χρέος έχει μέση υπολειπόμενη διάρκεια 18,28 χρόνια και σταθερό επιτόκιο μετά τις πράξεις αντιστάθμισης κινδύνου. Επιπλέον, τα διαθέσιμα της γενικής κυβέρνησης ανέρχονται σε 31,11 δισ. ευρώ, σύμφωνα με τα στοιχεία του Οργανισμού Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (ΟΔΔΗΧ).

Αυτό το περιθώριο επιτρέπει την επιλογή του κατάλληλου χρόνου για δανεισμό. Στο πρόγραμμα υπάρχει πιθανή επανέκδοση ομολόγου μέσα στον Οκτώβριο, εφόσον το επιτρέψουν οι συνθήκες της αγοράς. Ωστόσο, αν το υψηλό κόστος διατηρηθεί, θα περιορίζει σταδιακά τον χώρο του προϋπολογισμού για άλλες ανάγκες.

Επιπτώσεις στις επιχειρήσεις και τις επενδύσεις

Οι παραπάνω εξελίξεις στην αγορά ομολόγων έχουν πρακτικές επιπτώσεις και στην πραγματική οικονομία. Μια ελληνική βιοτεχνία που σχεδιάζει να αγοράσει εξοπλισμό ή ένα μικρό ξενοδοχείο που επιθυμεί να ανακαινίσει δωμάτια, χρειάζονται χρηματοδότηση που να ανταποκρίνεται στον προϋπολογισμό τους.

Το πόσο «ακριβό» είναι ένα τραπεζικό δάνειο εξαρτάται από τη νομισματική πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, το κόστος που ορίζει η τράπεζα, αλλά και τα στοιχεία του προφίλ του δανειολήπτη. Σε ένα περιβάλλον ακριβού χρήματος και υψηλού κόστους δανεισμού, μια επένδυση μπορεί να καθυστερήσει, να περιοριστεί ή, τελικά, να ματαιωθεί, επηρεάζοντας την ανάπτυξη και την επιχειρηματική δραστηριότητα.

Με πληροφορίες από: Newsit