Οικονομία

Η υψηλή εξάρτηση των ελληνικών τραπεζών από την αναβαλλόμενη φορολογία

Κωνσταντίνα Κοσμά
29-09-26

Οι ελληνικές συστημικές τράπεζες παραμένουν μια «ειδική περίπτωση» εντός της ευρωζώνης, καθώς ένα σημαντικό ποσοστό των εποπτικών τους κεφαλαίων εξακολουθεί να βασίζεται στην αναβαλλόμενη φορολογία. Συγκεκριμένα, περίπου τέσσερα στα δέκα ευρώ των βασικών εποπτικών κεφαλαίων τους προέρχονται από αυτόν τον μηχανισμό. Το φαινόμενο αυτό, ενώ παρατηρήθηκε και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, έχει μειωθεί αισθητά σε αυτές, με την Ελλάδα να διατηρεί την υψηλότερη εξάρτηση.

Οι αναβαλλόμενες φορολογικές πιστώσεις ως βασικό στήριγμα

Οι Αναβαλλόμενες Φορολογικές Πιστώσεις (DTC) αποτελούν ένα κρίσιμο στοιχείο για τις ελληνικές συστημικές τράπεζες. Στο τέλος του 2025, το συνολικό τους ποσό ανερχόταν σε περίπου 11,5 δισεκατομμύρια ευρώ. Αυτό το ποσό αντιστοιχεί στο 43,4% των βασικών εποπτικών κεφαλαίων (CET1) των τραπεζών.

Αυτό σημαίνει ότι ένα μεγάλο μέρος, περίπου τέσσερα στα δέκα ευρώ, των βασικών εποπτικών κεφαλαίων των συστημικών τραπεζών εξαρτάται από φορολογικές απαιτήσεις που έχουν κρατική κατοχύρωση. Αντίθετα, αυτά τα κεφάλαια δεν προέρχονται από παραδοσιακές πηγές όπως το μετοχικό κεφάλαιο, τα αποθεματικά ή τα συσσωρευμένα κέρδη των τραπεζών.

Η «ειδική περίπτωση» της Ελλάδας στην ευρωζώνη

Παρόλο που η Ελλάδα δεν είναι η μοναδική ευρωπαϊκή χώρα που εφάρμοσε τον μηχανισμό των Αναβαλλόμενων Φορολογικών Πιστώσεων, είναι η μόνη στην οποία η εξάρτηση παραμένει σε τόσο υψηλά επίπεδα. Αυτή η κατάσταση καθιστά τις ελληνικές τράπεζες μια «ειδική περίπτωση» εντός της ευρωζώνης.

Για παράδειγμα, στην Ιταλία, το αντίστοιχο βάρος των DTC μειώθηκε σημαντικά, από 23% του CET1 το 2016 σε μόλις 6% το 2025. Αντίθετα, στην Ελλάδα, το ποσοστό αυτό παραμένει σταθερά πάνω από το 40%, υπογραμμίζοντας τη διαφορά στην πορεία των δύο χωρών σχετικά με τη διαχείριση αυτού του μηχανισμού.

Ιστορικό πλαίσιο και αρχικός σκοπός

Ο μηχανισμός των Αναβαλλόμενων Φορολογικών Πιστώσεων σχεδιάστηκε αρχικά ως μια λύση έκτακτης ανάγκης. Ο κύριος σκοπός του ήταν να απορροφήσει τις σημαντικές ζημίες που προέκυψαν από το Πρόγραμμα Ανταλλαγής Ομολόγων (PSI) και την εκτεταμένη παρουσία των κόκκινων δανείων στους ισολογισμούς των τραπεζών.

Ωστόσο, περισσότερο από μία δεκαετία μετά την αρχική του εφαρμογή, ο μηχανισμός αυτός εξακολουθεί να αποτελεί βασικό στήριγμα για τα εποπτικά κεφάλαια των τραπεζών. Αυτή η διαρκής εξάρτηση έχει χαρακτηριστεί ως ο πραγματικός «ελέφαντας στο δωμάτιο» στους ισολογισμούς των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων.

Συγκριτικά στοιχεία με άλλες χώρες

Αντίστοιχοι μηχανισμοί με τις Αναβαλλόμενες Φορολογικές Απαιτήσεις εφαρμόστηκαν και σε άλλες χώρες της ευρωζώνης, όπως η Ιταλία, η Ισπανία και η Πορτογαλία. Τα στοιχεία του 2015 δείχνουν ότι οι μετατρέψιμες φορολογικές απαιτήσεις αντιστοιχούσαν περίπου στο 22% των ιδίων κεφαλαίων στην Ιταλία, στο 18% στην Ισπανία και στο 23% στην Πορτογαλία.

Στην ίδια χρονική περίοδο, η εξάρτηση της Ελλάδας από αυτόν τον μηχανισμό ήταν σημαντικά υψηλότερη, φτάνοντας το 46%. Αυτό σημαίνει ότι η ελληνική εξάρτηση ήταν ήδη τότε υπερδιπλάσια σε σύγκριση με τις περισσότερες συγκρίσιμες χώρες που είχαν υιοθετήσει παρόμοιες λύσεις.

Σε αντίθεση με την Ελλάδα, στις άλλες χώρες το βάρος των DTC υποχώρησε σημαντικά με την πάροδο του χρόνου. Οι τράπεζες σε αυτές τις χώρες αξιοποίησαν φορολογικά τις πιστώσεις, τις απομείωσαν ή τις αντικατέστησαν με κεφάλαια που δημιουργήθηκαν από τα κέρδη τους, μειώνοντας έτσι την εξάρτησή τους.

Η κατάσταση ανά τράπεζα

Η εξάρτηση από τις Αναβαλλόμενες Φορολογικές Πιστώσεις διαφέρει μεταξύ των συστημικών ελληνικών τραπεζών. Για την Εθνική Τράπεζα, τα DTC αντιστοιχούν περίπου στο 38% των εποπτικών κεφαλαίων CET1. Η Τράπεζα Πειραιώς εμφανίζει το υψηλότερο ποσοστό, με τα DTC να αντιστοιχούν περίπου στο 57% των εποπτικών της κεφαλαίων.

Αντίστοιχα, για την Alpha Bank, το ποσοστό αυτό ανέρχεται περίπου στο 44% των εποπτικών κεφαλαίων. Τέλος, για την Eurobank, οι Αναβαλλόμενες Φορολογικές Πιστώσεις αντιστοιχούν περίπου στο 37% των βασικών εποπτικών της κεφαλαίων CET1, δείχνοντας μια γενική τάση υψηλής εξάρτησης σε όλο τον ελληνικό τραπεζικό τομέα.

Με πληροφορίες από: Ieidiseis