Οικονομία

Εξοπλισμοί ή ενεργειακή ανακούφιση; Ο «πολεμικός προϋπολογισμός» της Ελλάδας έχει δύο λογαριασμούς, ποιος θα πληρωθεί

Κωνσταντίνα Κοσμά
23-09-26

Η Ελλάδα αντιμετωπίζει ένα σοβαρό δημοσιονομικό δίλημμα, καθώς καλείται να προστατεύσει αποτελεσματικά τα σύνορά της, ενώ παράλληλα πρέπει να διασφαλίσει την οικονομική σταθερότητα των νοικοκυριών. Παρόλο που η χώρα δεν έχει κηρύξει επισήμως οικονομία πολέμου, ο προϋπολογισμός της αρχίζει να διαμορφώνεται σαν να θεωρείται ο πόλεμος ένα πιθανό σενάριο. Αυτή η κατάσταση φέρνει αντιμέτωπες δύο μεγάλες ανάγκες: την ενίσχυση των αμυντικών δυνατοτήτων και την ανακούφιση των πολιτών από την ενεργειακή ακρίβεια.

Το δημοσιονομικό δίλημμα της χώρας

Την ώρα που σημαντικά ποσά κατευθύνονται σε προγράμματα εξοπλισμών, όπως τα μαχητικά F-35, οι φρεγάτες και ένας πολυεπίπεδος θόλος αεράμυνας, οι πολίτες βρίσκονται αντιμέτωποι με έναν εξίσου επίμονο εχθρό: την ενεργειακή ακρίβεια. Το κόστος σε βενζίνη, diesel, πετρέλαιο θέρμανσης και φυσικό αέριο έχει πάψει να αποτελεί μια παροδική απειλή για το διαθέσιμο εισόδημα των ελληνικών νοικοκυριών.

Οι διεθνείς αναταράξεις, οι γεωπολιτικές συγκρούσεις, οι περιορισμένες αποθήκες φυσικού αερίου και η εξάρτηση της Ευρώπης από εισαγόμενες ενεργειακές πρώτες ύλες δημιουργούν την προοπτική μιας κρίσης που ενδέχεται να διαρκέσει πολύ περισσότερο από έναν δύσκολο χειμώνα. Εδώ ανακύπτει το κρίσιμο ερώτημα για το οικονομικό επιτελείο: Πόσα δισεκατομμύρια μπορεί να διαθέσει η Ελλάδα για να αποτρέψει έναν πόλεμο και πόσα για να προστατεύσει τους πολίτες από το κόστος της καθημερινής επιβίωσης;

Το μακροπρόθεσμο εξοπλιστικό πρόγραμμα

Η κυβέρνηση έχει ήδη παρουσιάσει ένα μακροπρόθεσμο εξοπλιστικό πρόγραμμα, το οποίο ανέρχεται σε ύψος 28 δισεκατομμυρίων ευρώ και προβλέπεται να υλοποιηθεί έως το έτος 2036. Ο πρωθυπουργός έχει χαρακτηρίσει το συγκεκριμένο πρόγραμμα ως «το τίμημα της ελευθερίας», υπογραμμίζοντας τη σημασία του για την εθνική άμυνα.

Το πρόγραμμα αυτό περιλαμβάνει την ενίσχυση κρίσιμων τομέων των Ενόπλων Δυνάμεων. Συγκεκριμένα, αποσκοπεί στην αναβάθμιση της Πολεμικής Αεροπορίας, του Πολεμικού Ναυτικού, καθώς και στην ενίσχυση της αεράμυνας της χώρας. Επιπλέον, προβλέπει την ανάπτυξη δυνατοτήτων για την αποτελεσματική αντιμετώπιση σύγχρονων απειλών, όπως τα drones και οι πυραυλικές επιθέσεις.

Τα εμβληματικά προγράμματα και το πραγματικό κόστος

Τρία εμβληματικά προγράμματα αναδεικνύουν το μέγεθος των επιλογών που έχουν γίνει στον τομέα των εξοπλισμών. Αυτά είναι η προμήθεια μαχητικών αεροσκαφών F-35, η απόκτηση νέων φρεγατών και η ανάπτυξη ενός πολυεπίπεδου θόλου αεράμυνας, γνωστού και ως «Ασπίδα του Αχιλλέα».

Αθροιστικά, το κόστος αυτών των τριών προγραμμάτων προσεγγίζει ή και υπερβαίνει τα 14 δισεκατομμύρια ευρώ. Το ακριβές ποσό εξαρτάται από παράγοντες όπως η συναλλαγματική ισοτιμία και το εάν υπολογίζονται μαζί οι υποδομές, τα όπλα, η υποστήριξη και οι συναφείς δαπάνες. Ωστόσο, αυτό το ποσό αποτελεί μόνο την κορυφή του παγόβουνου, καθώς αφορά αποκλειστικά τα αρχικά δεδομένα των αγορών. Δεν περιλαμβάνει το πλήρες κόστος κύκλου ζωής, το οποίο καλύπτει ανταλλακτικά, συντήρηση, αναβαθμίσεις, εκπαίδευση, υποδομές, πυρομαχικά και ανθρώπινο δυναμικό, ούτε πιθανές επεκτάσεις παραγγελιών στο μέλλον.

Η επίμονη απειλή της ενεργειακής ακρίβειας

Την ίδια στιγμή, η ενεργειακή κρίση παραμένει ένα διαρκές πρόβλημα στην καθημερινότητα των πολιτών. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει επισημάνει ότι οι ενεργειακές αναταράξεις ασκούν πίεση στον πληθωρισμό και επηρεάζουν αρνητικά την ανάπτυξη. Η ελληνική οικονομία, ειδικότερα, παραμένει ιδιαίτερα εκτεθειμένη σε αυτές τις πιέσεις, λόγω της μεγάλης εξάρτησής της από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα.

Οι αυξημένες τιμές στην ενέργεια δεν επηρεάζουν μόνο τον οδηγό που γεμίζει το ρεζερβουάρ του οχήματός του. Αντιθέτως, μεταφέρονται σε ένα ευρύ φάσμα τομέων της οικονομίας και της καθημερινότητας. Συγκεκριμένα, επηρεάζουν τα τρόφιμα μέσω του κόστους μεταφοράς, τη βιομηχανία λόγω του αυξημένου κόστους ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου, τη θέρμανση των νοικοκυριών, τα ενοίκια και τις υπηρεσίες, καθώς και το συνολικό κόστος λειτουργίας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Με πληροφορίες από: Topontiki