Ενώ ο πληθωρισμός καλπάζει στο 3,8% και οι τιμές βασικών αγαθών αυξάνονται σημαντικά, η κυβέρνηση αρνείται πεισματικά να μειώσει τον ΦΠΑ στα βασικά προϊόντα. Την ίδια ώρα, τα κρατικά ταμεία γεμίζουν από τις εισπράξεις του ΦΠΑ, ο οποίος υπολογίζεται πάνω στις ήδη φουσκωμένες τιμές, δημιουργώντας «ματωμένα πλεονάσματα» από την ακρίβεια.
Η άρνηση μείωσης του ΦΠΑ και οι επίσημες δικαιολογίες
Η κυβέρνηση διατηρεί σταθερή τη θέση της, αρνούμενη να αγγίξει τον ΦΠΑ στα βασικά αγαθά, παρά την έντονη πίεση που δέχονται τα νοικοκυριά. Ως δικαιολογίες προβάλλονται οι ισχυρισμοί ότι η μείωση «δεν θα φτάσει στο ράφι» και ότι «θα ωφεληθούν οι πλούσιοι και οι τουρίστες». Αυτή η στάση παρατηρείται σε μια περίοδο όπου το μοσχάρι έχει αυξηθεί κατά 13,5% και το αρνί κατά 11,3%.
Παράλληλα, οι τιμές των καυσίμων απειλούν να τινάξουν ξανά στον αέρα κάθε νοικοκυριό, προσθέτοντας ένα ακόμη βάρος στον οικογενειακό προϋπολογισμό. Η εμμονή στην άρνηση μείωσης του ΦΠΑ, σύμφωνα με την κριτική, δεν οφείλεται σε μέριμνα για τον καταναλωτή, αλλά στον «εθισμό» του κράτους στα πλεονάσματα που προκύπτουν από την ακρίβεια.
Τα κρατικά έσοδα από την ακρίβεια
Το κράτος, όπως επισημαίνεται, έχει μετατραπεί στον μεγαλύτερο «μαυραγορίτη» της ακρίβειας, καθώς όσο οι τιμές στα σούπερ μάρκετ εκτοξεύονται, τόσο οι εισπράξεις από τον ΦΠΑ αυξάνονται. Μόνο κατά το πρώτο επτάμηνο του 2026, οι εισπράξεις από τον ΦΠΑ έφτασαν το αστρονομικό ποσό των 17,74 δισεκατομμυρίων ευρώ.
Στην Ελλάδα, οι έμμεσοι φόροι, οι οποίοι θεωρούνται ο πιο άδικος φόρος καθώς πλήττουν το ίδιο τον φτωχό και τον εκατομμυριούχο, καλύπτουν ένα ποσοστό 60% των συνολικών εσόδων του κράτους. Το ποσοστό αυτό είναι σημαντικά υψηλότερο από τον μέσο όρο της υπόλοιπης Ευρώπης, όπου οι έμμεσοι φόροι βρίσκονται κάτω από το 50% των εσόδων.
Η μελέτη της Τράπεζας της Ελλάδος και οι παραλείψεις
Η κυβέρνηση, όταν τη βολεύει, επικαλείται το «20% της μετακύλισης» από μια μελέτη της Τράπεζας της Ελλάδος, προκειμένου να στηρίξει τις θέσεις της. Ωστόσο, η ίδια μελέτη ξεκαθαρίζει ότι αν η μείωση του ΦΠΑ είναι μόνιμη και συνοδεύεται από σοβαρούς ελέγχους στην αγορά, το όφελος για τον καταναλωτή διπλασιάζεται. Αυτή η πτυχή της μελέτης, φέρεται να αποκρύπτεται τεχνηέντως.
Επίσης, η κυβέρνηση φέρεται να αποκρύπτει και το τι συμβαίνει στην υπόλοιπη Ευρώπη σχετικά με τις πολιτικές μείωσης του ΦΠΑ και τον αντίκτυπό τους. Αντίθετα, στην Ελλάδα, η προτίμηση είναι να αφήνεται η αγορά ασύδοτη, χωρίς τους απαραίτητους ελέγχους που θα διασφάλιζαν τη μετακύλιση των μειώσεων στους καταναλωτές.
Το παράδειγμα των νησιών με μειωμένο ΦΠΑ
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα 24 νησιά όπου εφαρμόστηκαν μειωμένοι συντελεστές ΦΠΑ. Παρόλο που το μέτρο αυτό επεκτάθηκε, καθώς, όπως αναφέρεται, «πολύ απλά λειτουργεί», η κυβέρνηση αρνείται να παρουσιάσει επίσημα στοιχεία σχετικά με την αποτελεσματικότητά του. Αυτή η άρνηση δημιουργεί ερωτήματα σχετικά με τη διαφάνεια και την αξιολόγηση των μέτρων.
Η κριτική για την κατάσταση
Η κατάσταση αυτή οδηγεί σε έντονη κριτική, με την επισήμανση ότι «η κοροϊδία πρέπει να τελειώνει». Οι ισχυρισμοί περί «αυξήσεων στους μισθούς» δεν επαρκούν για να καλύψουν τις ανάγκες των νοικοκυριών στο τέλος του μήνα, καθώς το κόστος ζωής παραμένει υψηλό. Θεωρείται αδιανόητο ένα κράτος να «θησαυρίζει» πάνω στην «άδεια κατσαρόλα» του συνταξιούχου και του μισθωτού, εν μέσω της συνεχιζόμενης ακρίβειας.
Με πληροφορίες από: Topontiki