Ενώ τα κυβερνητικά επιτελεία πανηγυρίζουν για την υποχώρηση της ανεργίας στα χαρτιά, η ελληνική αγορά εργασίας αντιμετωπίζει ένα βαθύτερο πρόβλημα. Παρά τις πάνω από 46.000 κενές θέσεις εργασίας που καταγράφει η ΔΥΠΑ, οι οποίες είναι αυξημένες κατά 19,4% σε σχέση με πέρυσι, και τις διαμαρτυρίες των εργοδοτών σε κλάδους όπως η εστίαση, ο τουρισμός και οι κατασκευές ότι «δεν βρίσκουν χέρια», η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Πίσω από την εικονική ευημερία των αριθμών κρύβεται η έλλειψη αξιοπρεπών αμοιβών και συνθηκών, και όχι έλλειψη εργατικού δυναμικού.
Τα επίσημα στοιχεία της αγοράς εργασίας
Τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ παρουσιάζουν το ποσοστό ανεργίας να υποχωρεί στο 7,9%. Παράλληλα, όπως προαναφέρθηκε, η ΔΥΠΑ καταγράφει πάνω από 46.000 κενές θέσεις εργασίας, γεγονός που συνιστά αύξηση κατά 19,4% σε σύγκριση με την προηγούμενη χρονιά. Οι εργοδότες, ειδικότερα στους τομείς της εστίασης, του τουρισμού και των κατασκευών, εκφράζουν δημόσια τη δυσκολία τους να βρουν προσωπικό.
Η πραγματικότητα πίσω από τους αριθμούς
Ωστόσο, η εικόνα που διαμορφώνεται από τους αριθμούς δεν αντικατοπτρίζει πλήρως την κατάσταση. Η ελληνική αγορά εργασίας δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα έλλειψης εργατικού δυναμικού. Αντιθέτως, το κύριο ζήτημα είναι η έλλειψη αξιοπρεπών αμοιβών και κατάλληλων συνθηκών εργασίας. Τα επίσημα στοιχεία του συστήματος «ΕΡΓΑΝΗ» αποδομούν το αφήγημα περί υψηλών απολαβών, αποκαλύπτοντας την πραγματική κατανομή των μισθών στον ιδιωτικό τομέα.
Η παγίδα της μερικής απασχόλησης
Ένα σημαντικό μέρος του εργατικού δυναμικού είναι εγκλωβισμένο στη μερική απασχόληση. Πάνω από 500.000 εργαζόμενοι απασχολούνται με καθεστώς μερικής ή εκ περιτροπής εργασίας. Αυτοί οι εργαζόμενοι επιβιώνουν με καθαρές μηνιαίες αποδοχές που χαρακτηρίζονται ως «φιλοδώρημα», καθώς κυμαίνονται από μόλις 350 έως 500 ευρώ.
Μισθοί κάτω από το όριο φτώχειας και ο κατώτατος
Η κατάσταση των μισθών είναι ιδιαίτερα ανησυχητική για ένα μεγάλο τμήμα των εργαζομένων. Σχεδόν 1,1 εκατομμύριο εργαζόμενοι, ποσοστό που αγγίζει το 46,3% του συνόλου, αμείβονται με μικτές αποδοχές κάτω των 1.000 ευρώ. Αυτό μεταφράζεται σε καθαρά 700 έως 800 ευρώ, ποσό το οποίο εξανεμίζεται μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του μήνα, δεδομένου του αυξημένου κόστους διαβίωσης.
Επιπλέον, περίπου 575.000 εργαζόμενοι, δηλαδή πάνω από το 23% του εργατικού δυναμικού, βρίσκονται καθηλωμένοι στον εισαγωγικό κατώτατο μισθό. Αυτός ανέρχεται στα 920 ευρώ μικτά, που αντιστοιχούν σε μόλις 772 ευρώ καθαρά. Παρά τις ονομαστικές αυξήσεις, ο εν λόγω μισθός υπολείπεται δραματικά του κόστους διαβίωσης, το οποίο έχει αυξηθεί κατακόρυφα.
Η φυγή του επιστημονικού δυναμικού
Την ίδια στιγμή που οι επιχειρήσεις αναζητούν ανειδίκευτη ή χαμηλά αμειβόμενη εργασία, το επιστημονικό δυναμικό της χώρας συνεχίζει να μεταναστεύει. Πάνω από 600.000 νέοι πτυχιούχοι έχουν εγκαταλείψει την Ελλάδα την τελευταία δεκαετία. Ο λόγος αυτής της φυγής είναι ότι οι προσφερόμενες αμοιβές στην ελληνική αγορά εργασίας δεν επαρκούν για την κάλυψη ούτε των βασικών εξόδων.
Ειδικότερα, το κόστος στέγασης απορροφά πλέον έως και το 60% του εισοδήματος, καθιστώντας δυσχερή την παραμονή στη χώρα για πολλούς νέους επιστήμονες. Η προσφορά θέσεων εργασίας με καθαρούς μισθούς των 700 ευρώ, ή ακόμα και των 400 ευρώ στη μερική απασχόληση, σε συνθήκες εξαντλητικών ωραρίων, συνιστά ένα οικονομικό αδιέξοδο.
Οι αιτίες του προβλήματος
Το πρόβλημα αυτό εντείνεται όσο η κερδοφορία των επιχειρήσεων βασίζεται στη συμπίεση του εργατικού κόστους. Παράλληλα, η απουσία συλλογικών συμβάσεων εργασίας επιδεινώνει την κατάσταση. Αυτές οι συνθήκες οδηγούν στο παράδοξο να πληθαίνουν οι αγγελίες για κενές θέσεις εργασίας, οι οποίες όμως παραμένουν ακάλυπτες, καθώς οι νέοι επιλέγουν την έξοδο από τη χώρα αναζητώντας καλύτερες συνθήκες και αμοιβές.
Με πληροφορίες από: Topontiki