Οι μικρές και πολύ μικρές ελληνικές επιχειρήσεις βρίσκονται σε κατάσταση διαρκούς οικονομικής ασφυξίας, με την καθημερινή τους επιβίωση να αποτελεί έναν συνεχή άθλο. Η διαπίστωση πως οι επαγγελματίες «δουλεύουμε αποκλειστικά για να πληρώνουμε το κράτος, τους λογαριασμούς και τις υποχρεώσεις» δεν είναι απλώς μια έκφραση αγωνίας, αλλά μια πραγματικότητα που αποτυπώνεται με απόλυτους αριθμούς στα επίσημα στοιχεία της αγοράς.
Η έλλειψη ρευστότητας απειλεί την επιβίωση
Τα ευρήματα της πρόσφατης έρευνας κλίματος του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ για το Α’ Εξάμηνο του 2026 αναδεικνύουν μια ιδιαίτερα δύσκολη εικόνα όσον αφορά τη ρευστότητα των επιχειρήσεων. Συγκεκριμένα, μία στις πέντε μικρές επιχειρήσεις, ποσοστό που ανέρχεται σε 19,8%, δηλώνει ότι δεν διαθέτει καθόλου ταμειακά διαθέσιμα.
Η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο ανησυχητική, καθώς το 46,2% του συνόλου των μικρών επιχειρήσεων διαθέτει ταμειακά αποθέματα που επαρκούν το πολύ για έναν μήνα. Αυτή η μηδενική ή εξαιρετικά περιορισμένη ρευστότητα εγκλωβίζει χιλιάδες επαγγελματίες σε έναν φαύλο κύκλο, χωρίς να τους αφήνει περιθώρια για ανάπτυξη ή ακόμα και για την κάλυψη βασικών αναγκών.
Η θηλιά των ληξιπρόθεσμων οφειλών
Σχεδόν μία στις τρεις επιχειρήσεις, με το ποσοστό να φτάνει το 31,5%, διατηρεί ληξιπρόθεσμες οφειλές, γεγονός που επιβαρύνει σημαντικά την οικονομική τους θέση. Οι οφειλές αυτές κατανέμονται σε διάφορους φορείς, δημιουργώντας ένα σύνθετο πλέγμα υποχρεώσεων.
Ειδικότερα, το 22,6% των επιχειρήσεων χρωστά στην Εφορία, ενώ ένα ποσοστό 21,8% έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τον ΕΦΚΑ. Επιπλέον, το 12,4% των επιχειρήσεων αντιμετωπίζει χρέη προς τους προμηθευτές του, συμπληρώνοντας την εικόνα της οικονομικής πίεσης που υφίστανται.
Ο αποκλεισμός από την τραπεζική χρηματοδότηση
Η πρόσβαση σε τραπεζική χρηματοδότηση αποτελεί ένα ακόμα σοβαρό πρόβλημα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Σύμφωνα με την έρευνα, το 89% των επιχειρήσεων που προχώρησαν σε επενδύσεις αναγκάστηκε να τις καλύψει αποκλειστικά με ίδια κεφάλαια.
Αυτό συμβαίνει διότι η στρόφιγγα του τραπεζικού δανεισμού παραμένει ερμητικά κλειστή για τη συντριπτική πλειονότητα της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας, αφήνοντας τους επαγγελματίες χωρίς ουσιαστική στήριξη για την ανάπτυξη και τον εκσυγχρονισμό τους.
Το αυξημένο λειτουργικό κόστος και η φορολογική επιβάρυνση
Η αιμορραγία των μικρομεσαίων επιχειρήσεων εντείνεται από το συνεχώς αυξανόμενο λειτουργικό κόστος. Η ΓΣΕΕ επισημαίνει ότι το αυξημένο κόστος ενέργειας, καυσίμων και πρώτων υλών οδήγησε το 40,3% των επιχειρήσεων σε αναγκαστική αύξηση των τιμών πώλησης των προϊόντων ή των υπηρεσιών τους.
Παράλληλα, ο συνδυασμός της τεκμαρτής φορολόγησης, της προκαταβολής φόρου και των αυξημένων ασφαλιστικών εισφορών μετατρέπει τους επαγγελματίες σε απλούς «εισπράκτορες» του δημόσιου ταμείου, αφήνοντάς τους ελάχιστα ή καθόλου περιθώρια κέρδους και ανάπτυξης.
Οι επιβαρύνσεις του ψηφιακού μετασχηματισμού
Στις ήδη υπάρχουσες πιέσεις προστίθεται και το κόστος του υποχρεωτικού ψηφιακού μετασχηματισμού. Η διασύνδεση POS, η εφαρμογή IRIS και η ψηφιακή κάρτα εργασίας αποτελούν μέτρα που, ενώ αποσκοπούν στον εκσυγχρονισμό, επιβαρύνουν δυσανάλογα τις πολύ μικρές επιχειρήσεις.
Οι απαιτήσεις αυτές συνεπάγονται διαρκή λειτουργικά έξοδα, τα οποία δυσχεραίνουν περαιτέρω την οικονομική κατάσταση των μικρότερων επιχειρηματικών μονάδων, οι οποίες συχνά δεν διαθέτουν τα απαραίτητα κεφάλαια για την κάλυψή τους.
Οι συνέπειες και η άνιση κατανομή πόρων
Η έλλειψη ρευστότητας παγιδεύει χιλιάδες επαγγελματίες σε αλλεπάλληλες ρυθμίσεις χρεών προς την Εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία. Αυτή η κατάσταση δεν αφήνει περιθώριο για προσωπική αμοιβή των επιχειρηματιών, ούτε για τη δημιουργία ενός αποθεματικού ασφαλείας που θα μπορούσε να καλύψει μελλοντικές ανάγκες ή απρόβλεπτα γεγονότα.
Την ίδια στιγμή, τα χρηματοδοτικά εργαλεία και οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης κατευθύνονται σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα στους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους. Αυτή η άνιση κατανομή των πόρων έχει ως αποτέλεσμα η «ράχη» της ελληνικής οικονομίας, που στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, να λυγίζει. Εάν δεν υπάρξουν άμεσες παρεμβάσεις ελάφρυνσης και διοχέτευσης πραγματικής ρευστότητας, ένα κύμα αθόρυβων «λουκέτων» απειλεί να εκτροχιάσει την αγορά.
Με πληροφορίες από: Topontiki