Οικονομία

Ο τουριστικός φόρος στην Ευρώπη: Από την ιστορία στα εκατομμύρια ευρώ για τις πόλεις

Κωνσταντίνα Κοσμά
10-09-26

Ο τουριστικός φόρος, αν και συχνά αποτελεί μια απρόσμενη επιβάρυνση για τους ταξιδιώτες στο τέλος της διαμονής τους, έχει μια μακρά ιστορία στην Ευρώπη. Οι επισκέπτες καλούνται να καταβάλουν ποσά που κυμαίνονται από λίγα ευρώ έως και διψήφια νούμερα ανά διανυκτέρευση, συμβάλλοντας έτσι σημαντικά στα έσοδα των πόλεων που δέχονται εκατομμύρια τουρίστες κάθε χρόνο. Αυτό το «τίμημα» του υπερτουρισμού έχει εξελιχθεί με την πάροδο των ετών, αποτελώντας πλέον ένα αναπόσπαστο κομμάτι της τουριστικής βιομηχανίας σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες.

Ο τουριστικός φόρος στην Ευρώπη: Μια ιστορική αναδρομή

Η εισαγωγή του τουριστικού φόρου στην Ευρώπη έχει τις ρίζες της βαθιά στο παρελθόν. Μία από τις πρώτες καταγεγραμμένες περιπτώσεις εφαρμογής του ήταν στην Αυστρία, το μακρινό 1842. Εκείνη την εποχή, ο φόρος αυτός αφορούσε συγκεκριμένα όσους διέμεναν σε ιαματικά κέντρα και κέντρα ευεξίας, σηματοδοτώντας την έναρξη μιας πρακτικής που θα εξαπλωνόταν μελλοντικά.

Παρόμοια μέτρα υιοθετήθηκαν αργότερα και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Γαλλία, η Ιταλία, η Γερμανία και η Ελβετία. Ο βασικός σκοπός αυτών των φόρων ήταν να αποτραπεί η οικονομική επιβάρυνση των κατοίκων των πόλεων που φιλοξενούσαν πολυτελή θέρετρα, από τα έξοδα που προκαλούσαν οι εύποροι επισκέπτες. Με αυτόν τον τρόπο, επιδιωκόταν μια δικαιότερη κατανομή του κόστους που συνδεόταν με την τουριστική ανάπτυξη.

Η εξέλιξη του φόρου στην Ιταλία

Η δομή του τουριστικού φόρου στην Ιταλία έχει υποστεί διάφορες και σημαντικές αλλαγές στην πορεία του χρόνου. Κατά τη διάρκεια του φασιστικού καθεστώτος του Μπενίτο Μουσολίνι, ο φόρος αυτός διευρύνθηκε σημαντικά, ώστε να περιλαμβάνει πλέον κάθε πόλη ή κωμόπολη που είχε χαρακτηριστεί ως τουριστικός προορισμός, διευρύνοντας έτσι τη βάση των εσόδων.

Σε μια μεταγενέστερη περίοδο, ο φόρος καταργήθηκε εντελώς για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1990, καθώς η Ιταλία υποδέχτηκε έναν αυξημένο αριθμό επισκεπτών. Ωστόσο, η κατάργηση αυτή ήταν προσωρινή. Ο τουριστικός φόρος επανεισήχθη σε εθνικό επίπεδο το 2011, με τη Ρώμη να αναδεικνύεται ως η πρώτη πόλη που επανέφερε επίσημα την εφαρμογή του, σηματοδοτώντας μια νέα εποχή για την τουριστική φορολογία στη χώρα.

Το κόστος για τους επισκέπτες

Οι τουρίστες συνήθως καλούνται να καταβάλουν τον εν λόγω φόρο την ημέρα που αναχωρούν από το ξενοδοχείο ή την εξοχική κατοικία όπου διέμεναν. Αυτό συχνά προκαλεί έκπληξη, καθώς ένα επιπλέον ποσό προστίθεται στο συνολικό κόστος της διαμονής τους, το οποίο δεν είχαν αρχικά υπολογίσει. Το νυχτερινό τέλος, ανάλογα με τον προορισμό και μερικές φορές τον τύπο του ξενοδοχείου, κυμαίνεται συνήθως μεταξύ 1 ευρώ και 10 ευρώ ανά άτομο.

Υπάρχουν, ωστόσο, και περιπτώσεις όπου το ποσό είναι υψηλότερο. Για παράδειγμα, οι επισκέπτες που διαμένουν σε ξενοδοχεία πέντε αστέρων στο Μιλάνο καλούνται να πληρώσουν 12 ευρώ ανά διανυκτέρευση. Επιπρόσθετα, η Βενετία έχει θεσπίσει ένα τέλος εισόδου από το 2024, το οποίο αφορά αποκλειστικά τους ημερήσιους επισκέπτες της πόλης, προσθέτοντας μια νέα διάσταση στην τουριστική φορολογία.

Σημαντικά έσοδα για τις ιταλικές πόλεις

Ο φόρος διανυκτέρευσης αποτελεί μια εξαιρετικά σημαντική πηγή εσόδων για τους δημοφιλείς ιταλικούς προορισμούς, ενισχύοντας τα δημοτικά ταμεία. Τα στοιχεία της Siope, του συστήματος παρακολούθησης των ροών δημόσιων πόρων του Υπουργείου Οικονομικών, είναι ενδεικτικά της οικονομικής σημασίας του φόρου αυτού.

Συγκεκριμένα, για το έτος 2024, η Ρώμη εισέπραξε το εντυπωσιακό ποσό των 222,4 εκατομμυρίων ευρώ από τον τουριστικό φόρο. Ακολουθούν το Μιλάνο με 109,3 εκατομμύρια ευρώ, η Φλωρεντία με 82,9 εκατομμύρια ευρώ και η Βενετία με 38,9 εκατομμύρια ευρώ. Τα ποσά αυτά υπογραμμίζουν τον καθοριστικό ρόλο που διαδραματίζει ο τουριστικός φόρος στην οικονομική ενίσχυση των ιταλικών πόλεων.

Πώς αξιοποιούνται τα χρήματα

Τα έσοδα που προκύπτουν από τον τουριστικό φόρο υποτίθεται ότι πρέπει να δαπανώνται για την ενίσχυση τοπικών υπηρεσιών, ιδίως σε πόλεις που αντιμετωπίζουν την πίεση του υπερτουρισμού. Επίσης, ένα μέρος των χρημάτων προορίζεται για τη συντήρηση των μνημείων, τα οποία αποτελούν πόλο έλξης για τους επισκέπτες και απαιτούν συνεχή φροντίδα και προστασία.

Ωστόσο, η πραγματικότητα συχνά αποκλίνει από τον αρχικό σχεδιασμό. Πολλοί δήμοι, αντιμετωπίζοντας οικονομικές δυσκολίες και πιέσεις στους προϋπολογισμούς τους, χρησιμοποιούν τα έσοδα αυτά για την κάλυψη άλλων, πιεστικότερων δαπανών. Αυτή η πρακτική αναδεικνύει την πολυπλοκότητα της διαχείρισης των δημοτικών πόρων και την ανάγκη για διαφάνεια στην αξιοποίηση των εσόδων από τον τουρισμό.

Με πληροφορίες από: Ieidiseis