Οικονομία

Εργασιακές τριετίες: Το κυβερνητικό αφήγημα και η πραγματικότητα της ακρίβειας

Κωνσταντίνα Κοσμά
02-09-26

Με επικοινωνιακά πυροτεχνήματα παρουσιάζεται η προοπτική αυξήσεων έως και 10% στους μισθούς του ιδιωτικού τομέα, μέσω του ξεπαγώματος των τριετιών. Ωστόσο, πίσω από τους κυβερνητικούς υπολογισμούς και τους πίνακες προσδοκώμενων αποδοχών, η πραγματικότητα αποκαλύπτει μια εντελώς διαφορετική εικόνα για τους εργαζομένους. Οι όποιες μισθολογικές «ανάσες» παραπέμπονται στο μακρινό 2027, την ώρα που το κύμα της ακρίβειας εξανεμίζει το διαθέσιμο εισόδημα στο παρόν.

Το «ξεπάγωμα» των τριετιών και το ορόσημο του 2027

Το αφήγημα για τις αυξήσεις στις αποδοχές στηρίζεται στην κατοχύρωση της προϋπηρεσίας, η οποία «ξεπάγωσε» από την 1η Ιανουαρίου 2024. Αυτό σημαίνει ότι, θεωρητικά, οι εργαζόμενοι μπορούν να διεκδικήσουν αυξήσεις βάσει των συμπληρωμένων τριετιών τους.

Ωστόσο, η μετάβαση από τη θεωρία στην πράξη κρύβει ακανθώδεις λεπτομέρειες. Για τη συντριπτική πλειονότητα των εργαζομένων, η συμπλήρωση της απαραίτητης τριετίας, δηλαδή 36 μήνες ενσήμων μετά το 2024, απαιτεί πλήρη και αδιάλειπτη απασχόληση. Αυτή η προϋπόθεση μεταθέτει την όποια πραγματική αύξηση στο 2027, δημιουργώντας ένα σημαντικό χρονικό κενό.

Οι «ξεχασμένοι» της περιόδου 2012-2023

Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που ανακύπτουν είναι η τύχη του εργασιακού χρόνου μιας ολόκληρης δωδεκαετίας, που παραμένει θεσμικά «διαγραμμένος». Πρόκειται για την περίοδο από το 2012 έως το 2023, κατά την οποία η προϋπηρεσία δεν αναγνωριζόταν για τον υπολογισμό των τριετιών.

Εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι που προσέφεραν εργασία τα χρόνια των μνημονίων δεν λαμβάνουν καμία αναγνώριση για εκείνη την περίοδο. Για αυτούς τους εργαζομένους, ο υπολογισμός της προϋπηρεσίας ξεκινά ουσιαστικά από το μηδέν, αγνοώντας ένα μεγάλο μέρος της επαγγελματικής τους πορείας.

Η παγίδα των ατομικών συμβάσεων και οι συμψηφισμοί

Στη σύγχρονη αγορά εργασίας, όπου κυριαρχούν οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης, η μερική εργασία και οι ατομικές συμφωνίες, η θεμελίωση δικαιώματος για τριετία καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη. Οι εργασιακές σχέσεις έχουν αλλάξει, καθιστώντας την πλήρη και αδιάλειπτη απασχόληση λιγότερο συχνή.

Παράλληλα, πολλοί εργοδότες που καταβάλλουν ήδη μισθούς ανώτερους του κατώτατου έχουν τη λογιστική δυνατότητα να συμψηφίσουν την αύξηση της τριετίας με τις «υπερβάλλουσες καταβολές». Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ο καθαρός μισθός του εργαζομένου να παραμένει αμετάβλητος, παρά το «ξεπάγωμα» των τριετιών.

Το χάσμα μεταξύ αναγκών και παροχών

Η κριτική που διατυπώνεται εστιάζει στο χρονικό χάσμα που παρατηρείται μεταξύ των άμεσων αναγκών των εργαζομένων και των προσδοκώμενων παροχών. Ο πληθωρισμός στα τρόφιμα και την ενέργεια επιβαρύνει μηνιαίως τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, δημιουργώντας πιεστικές ανάγκες.

Σε αυτό το πλαίσιο, η υπόσχεση για μια αύξηση της τάξεως των 80 ή 100 ευρώ σε βάθος τριετίας λειτουργεί περισσότερο ως επικοινωνιακός ελιγμός παρά ως ουσιαστική εισοδηματική πολιτική. Οι άμεσες οικονομικές πιέσεις των νοικοκυριών δεν αντιμετωπίζονται με μελλοντικές, αβέβαιες αυξήσεις.

Χαμηλή αγοραστική δύναμη και αναγκαία μέτρα

Η αγοραστική δύναμη των μισθωτών στην Ελλάδα καταγράφει από τις χαμηλότερες επιδόσεις στην Ευρωζώνη, γεγονός που επιδεινώνει την κατάσταση. Οι εργαζόμενοι αντιμετωπίζουν καθημερινά τις συνέπειες της ακρίβειας, με το διαθέσιμο εισόδημά τους να συρρικνώνεται συνεχώς.

Χωρίς την επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων εργασίας σε καθολική ισχύ και χωρίς άμεσα μέτρα συγκράτησης των τιμών, το «όχημα» των τριετιών κινδυνεύει να φτάσει στον προορισμό του όταν η ζημιά για τα νοικοκυριά θα είναι πλέον μη αναστρέψιμη. Η ανάγκη για άμεσες και αποτελεσματικές παρεμβάσεις στην αγορά είναι επιτακτική.

Με πληροφορίες από: Topontiki