Οικονομία

Οι αυξήσεις επιτοκίων και η διεθνής καταιγίδα ομολόγων πλήττουν τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς

Κωνσταντίνα Κοσμά
02-09-26

Η εκτίναξη των αποδόσεων στα κρατικά ομόλογα, σε συνδυασμό με την προοπτική νέων αυξήσεων επιτοκίων από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), σηματοδοτεί μια αλυσιδωτή αντίδραση με άμεσες επιπτώσεις στην καθημερινότητα. Οι εξελίξεις αυτές δεν αποτελούν απλώς τεχνικούς δείκτες για τους αναλυτές, αλλά πλήττουν ευθέως τους δανειολήπτες, τους καταναλωτές και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, δημιουργώντας ένα νέο οικονομικό περιβάλλον.

Η επίδραση στα δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου

Όταν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προχωρά σε αυξήσεις των επιτοκίων αναφοράς ή τα διατηρεί σε υψηλά επίπεδα για παρατεταμένο χρονικό διάστημα, το Euribor, το επιτόκιο δηλαδή με το οποίο δανείζονται οι ευρωπαϊκές τράπεζες, παραμένει καθηλωμένο σε υψηλά επίπεδα. Αυτή η κατάσταση έχει άμεσο αντίκτυπο στους δανειολήπτες που έχουν επιλέξει κυμαινόμενο επιτόκιο για τα δάνειά τους.

Κάθε αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης μεταφράζεται σε άμεση επιβάρυνση της μηνιαίας δόσης. Για παράδειγμα, ένα μέσο στεγαστικό δάνειο ύψους 100.000 ευρώ με διάρκεια αποπληρωμής 20 ετών, βλέπει το κόστος του να αυξάνεται σημαντικά. Η διατήρηση των επιτοκίων στα σημερινά επίπεδα ή μια νέα αύξηση μπορεί να οδηγήσει σε επιπλέον κόστος που φτάνει έως και τα 150 με 200 ευρώ τον μήνα, σε σύγκριση με την περίοδο των χαμηλών επιτοκίων.

Προκλήσεις για νέα στεγαστικά δάνεια

Οι αυξήσεις των επιτοκίων δημιουργούν σοβαρές δυσκολίες στην πρόσβαση στη στέγη, καθιστώντας την απαγορευτική για ένα μεγάλο μέρος των πολιτών. Οι τράπεζες, υπό το βάρος του αυξημένου κόστους, αυστηροποιούν τα κριτήρια έγκρισης των δανείων, περιορίζοντας έτσι τις επιλογές των ενδιαφερομένων.

Παράλληλα, τα σταθερά επιτόκια, τα οποία προσφέρουν μια μορφή ασφάλειας έναντι των διακυμάνσεων, προσφέρονται πλέον σε πολύ υψηλότερα επίπεδα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα χιλιάδες νέα ζευγάρια να αποκλείονται από την αγορά κατοικίας, καθώς αδυνατούν να ανταποκριθούν στις αυξημένες απαιτήσεις, είτε ως προς τα κριτήρια είτε ως προς το κόστος δανεισμού.

Το «διπλό χαράτσι» του πληθωρισμού και των επιτοκίων

Η αύξηση των επιτοκίων αποτελεί ένα εργαλείο που χρησιμοποιείται με στόχο την αναστολή της ζήτησης, προκειμένου να μειωθούν οι τιμές. Ωστόσο, στην παρούσα συγκυρία, ο πληθωρισμός τροφοδοτείται κυρίως από παράγοντες όπως η ενέργεια και οι γεωπολιτικές κρίσεις, όπως η αναταραχή στη Μέση Ανατολή και οι επιπτώσεις της στην τιμή του πετρελαίου.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η αύξηση των επιτοκίων λειτουργεί ως ένα «διπλό χαράτσι» για τον καταναλωτή. Από τη μία πλευρά, ο πολίτης συνεχίζει να πληρώνει ακριβά το ρεύμα, τα καύσιμα και τα προϊόντα του σουπερμάρκετ, λόγω του εισαγόμενου ενεργειακού κόστους. Από την άλλη, ταυτόχρονα επιβαρύνεται με ακριβότερες πληρωμές για την πιστωτική του κάρτα, τη δόση του αυτοκινήτου ή το δοσολόγιο προς την εφορία, λόγω του αυξημένου κόστους δανεισμού.

Οι επιπτώσεις στις επιχειρήσεις

Το υψηλό κόστος δανεισμού έχει σημαντικές επιπτώσεις και στον επιχειρηματικό κόσμο. Το κεφάλαιο κίνησης, απαραίτητο για την καθημερινή λειτουργία των επιχειρήσεων, γίνεται πανάκριβο. Αυτό έχει ως συνέπεια οι επενδύσεις που αφορούν την επέκταση ή τον εκσυγχρονισμό των επιχειρήσεων να «παγώνουν», καθώς το κόστος χρηματοδότησης καθίσταται αποτρεπτικό.

Παράλληλα, οι επιχειρήσεις αναγκάζονται να μετακυλίσουν το αυξημένο χρηματοπιστωτικό τους κόστος στις τελικές τιμές των προϊόντων και των υπηρεσιών, επιβαρύνοντας περαιτέρω τον καταναλωτή. Η πίεση στη ρευστότητα που δημιουργείται από αυτή την κατάσταση περιορίζει επίσης τις προσλήψεις νέου προσωπικού και τις αυξήσεις μισθών, επηρεάζοντας αρνητικά την αγορά εργασίας.

Οι καταθέσεις σε οριακά επίπεδα

Ενώ τα επιτόκια των δανείων εκτοξεύονται, τα επιτόκια των καταθέσεων στις ελληνικές τράπεζες παραμένουν καθηλωμένα σε οριακά επίπεδα. Αυτή η ασυμμετρία έχει άμεσες συνέπειες για τις αποταμιεύσεις των νοικοκυριών.

Οι αποταμιεύσεις όχι μόνο δεν προστατεύονται από τις πληθωριστικές πιέσεις, αλλά «λιώνουν» σταδιακά, χάνοντας την αγοραστική τους δύναμη. Την ίδια στιγμή, το κόστος εξυπηρέτησης του ιδιωτικού χρέους γιγαντώνεται, δημιουργώντας ένα ασφυκτικό περιβάλλον για τους πολίτες και επιβαρύνοντας περαιτέρω τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.

Η εποχή του «φθηνού χρήματος» έχει πλέον τελειώσει οριστικά, αφήνοντας τους πολίτες εκτεθειμένους σε ένα διπλό μέτωπο: την ακριβή διαβίωση και τον ακριβό δανεισμό.

Με πληροφορίες από: Topontiki