Οικονομία

Η Ελλάδα, ένας «παράδεισος» για τους ξένους, απρόσιτη για τους Έλληνες

Κωνσταντίνα Κοσμά
30-08-26

Μια οξύμωρη και επικίνδυνη οικονομική πραγματικότητα διαμορφώνεται τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα. Η χώρα προβάλλει ως ένας ελκυστικός, προσιτός και ειδυλλιακός προορισμός για τους Ευρωπαίους πολίτες, την ώρα που για τη συντριπτική πλειονότητα των εγχώριων νοικοκυριών η καθημερινότητα εξελίσσεται σε άσκηση επιβίωσης. Πρόκειται για το φαινόμενο μιας «οικονομίας δύο ταχυτήτων», όπου οι ξένοι αγοράζουν φθηνά και ζουν άνετα, ενώ οι Έλληνες αστοιχείωτα περιθωριοποιούνται.

Η οικονομική θέση της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Eurostat, η Ελλάδα κατατάσσεται σταθερά στην προτελευταία θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό αφορά το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, εκφρασμένο σε Μονάδες Αγοραστικής Δύναμης (PPS), ξεπερνώντας οριακά μόνο τη Βουλγαρία. Η θέση αυτή υπογραμμίζει ένα σημαντικό χάσμα σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων πολιτών βρίσκεται περίπου στο 67% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Την ίδια στιγμή, οι τιμές στα ράφια των σούπερ μάρκετ, στην ενέργεια και στα καύσιμα συγκλίνουν ταχύτατα ή και ξεπερνούν τους ευρωπαϊκούς μέσους όρους. Αυτή η ασυμφωνία δημιουργεί ένα ιδιαίτερο οικονομικό τοπίο.

Το παράδοξο της αγοραστικής δύναμης

Το χάσμα μεταξύ της αγοραστικής δύναμης των Ελλήνων και του κόστους των αγαθών και υπηρεσιών δημιουργεί ένα παράδοξο. Ένα καλάθι προϊόντων ή ένας λογαριασμός ρεύματος, που μπορεί να φαίνεται απόλυτα λογικός για έναν Γερμανό ή έναν Ολλανδό εργαζόμενο, απορροφά δυσανάλογα μεγάλο μέρος του μισθού ή της σύνταξης του Έλληνα πολίτη. Αυτή η κατάσταση καθιστά την καθημερινότητα ιδιαίτερα δύσκολη για τα ελληνικά νοικοκυριά.

Η έλευση ξένων αγοραστών και επενδυτών

Παράλληλα με την εγχώρια οικονομική δυσπραγία, παρατηρείται μαζική απόβαση συνταξιούχων και εύπορων αγοραστών από τη βόρεια και δυτική Ευρώπη. Για έναν Ευρωπαίο συνταξιούχο με μέση σύνταξη 2.500 ευρώ, οι τιμές πώλησης ακινήτων στην ελληνική περιφέρεια και στα νησιά φαντάζουν ως μια σημαντική ευκαιρία. Αυτό ενισχύεται από τον ευνοϊκό συντελεστή φορολόγησης 7% για 15 έτη, ο οποίος αποτελεί ένα επιπλέον δέλεαρ για την εγκατάστασή τους στην Ελλάδα.

Την ίδια στιγμή, ξένες εταιρείες διαχείρισης ακινήτων δραστηριοποιούνται έντονα στην ελληνική αγορά. Μισθώνουν ή εξαγοράζουν ολόκληρες πολυκατοικίες με σκοπό να τις μετατρέψουν σε καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης, τύπου Airbnb. Αυτή η πρακτική εντείνει την πίεση στην αγορά κατοικίας, καθώς μειώνει τη διαθεσιμότητα ακινήτων για μακροχρόνιες μισθώσεις.

Η «βιομηχανοποίηση» της στέγης και οι επιπτώσεις

Το φαινόμενο αυτό, που χαρακτηρίζεται ως «βιομηχανοποίηση της στέγης», έχει σοβαρές επιπτώσεις για τους ντόπιους ενοικιαστές. Οι ξένες εταιρείες εκτοπίζουν τους Έλληνες πολίτες από τις κατοικίες τους, προσφέροντας στους ιδιοκτήτες υψηλά και εγγυημένα μισθώματα. Με αυτό τον τρόπο, μετατρέπουν αστικά ακίνητα σε «ξενοδοχεία χωρίς ρεσεψιόν», με αποτέλεσμα να στεγνώνει παντελώς η αγορά από διαθέσιμα σπίτια για μακροχρόνια μίσθωση.

Αυτή η εταιρική εκμετάλλευση, σε συνδυασμό με το πρόγραμμα «Χρυσή Βίζα», έχει πυροδοτήσει ένα εκρηκτικό ράλι τιμών στην αγορά ακινήτων. Οι τιμές των ενοικίων έχουν εκτοξευθεί, καθιστώντας την ενοικίαση στέγης απαγορευτική για πολλά νέα ζευγάρια και μισθωτούς στην Ελλάδα, οι οποίοι δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να βρουν προσιτή κατοικία.

Εκκλήσεις για θεσμική παρέμβαση

Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, παραγωγικοί φορείς και ενώσεις καταναλωτών εκπέμπουν πλέον σήμα κινδύνου. Ζητούν τη θέσπιση ενός αυστηρού θεσμικού πλαισίου για τις εταιρείες βραχυχρόνιας μίσθωσης, καθώς και την εφαρμογή άμεσων μέτρων για την προστασία της ντόπιας κατοικίας. Η ανάγκη για ρύθμιση του τομέα κρίνεται επιτακτική για την αντιμετώπιση των στρεβλώσεων που έχουν δημιουργηθεί στην αγορά.

Η οικονομική ανισότητα είναι εμφανής και ιδιαίτερα έντονη: ενώ ο Ευρωπαίος συνταξιούχος απολαμβάνει το χαμηλό κόστος διαβίωσης στην Ελλάδα, ο Έλληνας συνταξιούχος με σύνταξη 700 ευρώ αδυνατεί να καλύψει ακόμα και τις βασικές του ανάγκες σε θέρμανση και φάρμακα. Η Ελλάδα, όπως αναφέρεται, μετατρέπεται σταδιακά σε έναν «ευρωπαϊκό ξενώνα» υψηλών προδιαγραφών για τους ξένους, αλλά απρόσιτο για τους ίδιους τους πολίτες της.

Με πληροφορίες από: Topontiki