Ο Γουόρεν Μπάφετ, ο οποίος φέρει το προσωνύμιο «Μάντης της Όμαχα», έχει συμπεριλάβει στη διαθήκη του ένα συγκεκριμένο επενδυτικό σχέδιο. Το σχέδιο αυτό προορίζεται για την κληρονομιά της συζύγου του και μπορεί να αποτελέσει οδηγό για πολλούς επενδυτές. Η οδηγία, γνωστή ως 90-10, βασίζεται στην πολυετή εμπειρία του στις αγορές και προσφέρει μια απλή προσέγγιση στη διαχείριση κεφαλαίων.
Η στρατηγική 90-10
Ο Γουόρεν Μπάφετ, μετά από περισσότερα από 60 χρόνια στην κορυφή των αγορών, κατέληξε για την προσωπική του κληρονομιά σε ένα σχέδιο που συνοψίζεται σε δύο αριθμούς. Αυτό το σχέδιο προβλέπει την επένδυση του 90% των κεφαλαίων σε ένα χαμηλού κόστους index fund του S&P 500 και του υπόλοιπου 10% σε βραχυπρόθεσμα κρατικά ομόλογα.
Η συγκεκριμένη συμβουλή δεν προέρχεται από κάποιο θεωρητικό εγχειρίδιο επενδύσεων, αλλά αναφέρεται ρητά στη διαθήκη του ίδιου του Μπάφετ. Ο «Μάντης της Όμαχα» είναι ο άνθρωπος που από το 1965 έως το 2025 οδήγησε την Berkshire Hathaway σε σύνθετη ετήσια απόδοση που ξεπέρασε σημαντικά εκείνη του S&P 500. Μέσω αυτής της πορείας, μετέτρεψε την ασφαλιστική και επενδυτική εταιρεία σε έναν από τους μεγαλύτερους επιχειρηματικούς ομίλους στον κόσμο.
Οι οδηγίες για την κληρονομιά της συζύγου
Ο Μπάφετ είχε αποκαλύψει στην επιστολή του προς τους μετόχους της Berkshire ότι είχε δώσει στον διαχειριστή της περιουσίας του μια συγκεκριμένη οδηγία. Η οδηγία αυτή αφορούσε τα χρήματα που θα κληρονομούσε η σύζυγός του, παρέχοντας σαφή κατεύθυνση για τον τρόπο επένδυσής τους.
Σύμφωνα με την εν λόγω οδηγία, το 90% των χρημάτων θα πρέπει να κατευθυνθεί σε ένα πολύ χαμηλού κόστους index fund του S&P 500. Το υπόλοιπο 10% των κεφαλαίων προορίζεται για βραχυπρόθεσμα κρατικά ομόλογα, ολοκληρώνοντας έτσι το προτεινόμενο επενδυτικό σχήμα για την κληρονομιά.
Η λογική πίσω από την επιλογή του S&P 500
Η επιλογή ενός index fund του S&P 500 έχει ιδιαίτερη σημασία στην επενδυτική στρατηγική του Μπάφετ. Ένα τέτοιο fund δεν προσπαθεί να προβλέψει ποιες από τις 500 εταιρείες του δείκτη θα κερδίσουν περισσότερο μέσα στους επόμενους 12 μήνες. Αντιθέτως, ακολουθεί μηχανικά τη σύνθεση του δείκτη.
Με αυτό τον τρόπο, προσφέρει στον επενδυτή έκθεση σε εκατοντάδες μεγάλες αμερικανικές επιχειρήσεις με μία μόνο επένδυση. Ο Μπάφετ δεν επέλεξε για τους κληρονόμους του ένα χαρτοφυλάκιο με 10, 20 ή 50 «έξυπνες» μετοχές, ούτε έναν στρατό διαχειριστών κεφαλαίων, αλλά έναν δείκτη που περιλαμβάνει περίπου 500 μεγάλες αμερικανικές επιχειρήσεις.
Ανάπτυξη και αμυντικός χαρακτήρας
Για να γίνει πιο κατανοητή η εφαρμογή της συνταγής του Μπάφετ, δίνεται ένα παράδειγμα. Για έναν άνθρωπο που διαθέτει 10.000 ευρώ, η λογική της συνταγής θα σήμαινε την επένδυση 9.000 ευρώ σε ένα χαμηλού κόστους προϊόν που ακολουθεί τον S&P 500. Τα υπόλοιπα 1.000 ευρώ θα διατεθούν σε βραχυπρόθεσμα κρατικά ομόλογα.
Αυτός ο συνδυασμός δημιουργεί από την πρώτη ημέρα ένα χαρτοφυλάκιο με χαρακτηριστικά ανάπτυξης και αμυντικού χαρακτήρα. Η επιλογή του S&P 500 δεν είναι τυχαία, καθώς ο δείκτης έχει καταγράψει σημαντικές αποδόσεις σε διάφορες χρονιές, αποτελώντας ένα βασικό πυλώνα της στρατηγικής.
Οι αποδόσεις του S&P 500 και ο ρόλος των ομολόγων
Ο δείκτης S&P 500 σημείωσε άνοδο 16,39% το 2025, ενώ μαζί με τα μερίσματα η συνολική απόδοση έφτασε το 17,88% την ίδια χρονιά. Προηγουμένως, είχε καταγράψει κέρδη 23,31% το 2024 και 24,23% το 2023, επιβεβαιώνοντας την ανοδική του πορεία.
Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι ο S&P 500 ανεβαίνει κάθε χρόνο. Το 2022, για παράδειγμα, υποχώρησε κατά 19,44%. Αυτό δείχνει ότι ακόμα και ένα ιδιαίτερα διαφοροποιημένο χαρτοφυλάκιο με εκατοντάδες εταιρείες μπορεί να υποστεί σημαντικές απώλειες σε μία δύσκολη χρονιά.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται η λογική του δεύτερου αριθμού της συνταγής του Μπάφετ, του 10%. Αυτό το ποσοστό, που διατίθεται σε βραχυπρόθεσμα κρατικά ομόλογα, λειτουργεί ως ένα πιο σταθερό τμήμα του χαρτοφυλακίου. Παρέχει αντιστάθμιση και σταθερότητα όταν οι μετοχές δέχονται ισχυρές πιέσεις, διασφαλίζοντας έναν αμυντικό χαρακτήρα.
Με πληροφορίες από: Gazzetta