Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, μέσω της έκθεσης [COM(2026) 388 τελικό] για την περίοδο 2021-2023, επιβεβαιώνει την καθήλωση του λαϊκού εισοδήματος και την ολοένα και μεγαλύτερη σύγκλιση των μέσων μισθών με τους κατώτατους στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ταυτόχρονα, στην Ελλάδα, παρά τις ονομαστικές αυξήσεις του κατώτατου μισθού, η πραγματική αγοραστική δύναμη των εργαζομένων υφίσταται σοβαρή καθίζηση λόγω του παρατεταμένου πληθωρισμού. Η κατάσταση αυτή αναδεικνύει την πίεση που δέχονται τα εισοδήματα, με την πλειονότητα των μισθωτών να παραμένει σε χαμηλά κλιμάκια.
Η έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τους μισθούς
Σύμφωνα με την έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, μεταξύ του 2021 και του 2023, οι νόμιμοι κατώτατοι μισθοί αυξήθηκαν ταχύτερα από τους διάμεσους μισθούς στα περισσότερα κράτη μέλη. Αυτή η εξέλιξη υποδηλώνει συμπίεση των μισθών στο κατώτατο τμήμα της μισθολογικής κατανομής, καθώς το επίπεδο των νόμιμων κατώτατων μισθών πλησίασε τη διάμεση τιμή σε πολλές χώρες.
Για το έτος 2024, οι πραγματικοί μισθοί στην ΕΕ παρέμειναν κατά μέσο όρο 0,7% χαμηλότερα από τα επίπεδα του 2019. Παρατηρούνται μεγάλες διαφορές μεταξύ των χωρών, οι οποίες αντανακλούν διαφορετικές δυναμικές των ονομαστικών μισθών και του πληθωρισμού.
Ονομαστικές αυξήσεις και απώλεια αγοραστικής δύναμης
Η έκθεση αναφέρει ότι δόθηκαν ονομαστικές αυξήσεις στους κατώτατους μισθούς με νομοθετικές παρεμβάσεις σε 20 κράτη μέλη της ΕΕ, ενώ στα υπόλοιπα 7 έγιναν μέσω συλλογικών διαπραγματεύσεων. Ωστόσο, μόνο στα μισά από τα 27 κράτη οι αυξήσεις αυτές κατάφεραν να αντισταθμίσουν τις απώλειες αγοραστικής δύναμης που οφείλονταν στον υψηλό πληθωρισμό.
Στα υπόλοιπα μισά κράτη, οι κατώτατοι μισθοί παρέμειναν στην πραγματικότητα στάσιμοι. Σε πολλές χώρες, η αγοραστική δύναμη των εργαζομένων με τους κατώτατους μισθούς μειώθηκε σημαντικά, φτάνοντας από -5% έως και -10%.
Επισημαίνεται επίσης ότι το ποσοστό των εργαζομένων που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό τείνει να είναι υψηλότερο μεταξύ των νεότερων εργαζομένων, των εργαζομένων σε μικρότερες επιχειρήσεις, καθώς και σε τομείς όπως οι κατασκευές, η φιλοξενία, οι διοικητικές και υποστηρικτικές υπηρεσίες. Το ποσοστό αυτό ήταν επίσης υψηλότερο μεταξύ των γυναικών.
Η κατάσταση στην Ελλάδα και η συμπίεση των μισθών
Στην Ελλάδα, το κυβερνητικό αφήγημα για την πορεία της οικονομίας και των αμοιβών εστιάζει στην ονομαστική αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 41% από το 2019 έως σήμερα. Ωστόσο, στοιχεία από την «Εργάνη», τον ΟΟΣΑ και την Τράπεζα της Ελλάδος παρουσιάζουν μια διαφορετική εικόνα. Η ονομαστική αναπροσαρμογή περιορίστηκε στη βάση της μισθολογικής πυραμίδας, ενώ η πραγματική αγοραστική δύναμη των εργαζομένων έχει επηρεαστεί από τον παρατεταμένο πληθωρισμό.
Για την πλειονότητα των μισθωτών που αμείβονται πάνω από τον κατώτατο, η εισοδηματική πολιτική των τελευταίων ετών δεν συνοδεύτηκε από ουσιαστική ενίσχυση. Αντίθετα, η στασιμότητα των αμοιβών στον ιδιωτικό τομέα, σε συνδυασμό με την ακρίβεια σε βασικά αγαθά, τη στέγαση και την ενέργεια, οδηγεί σε σταδιακή συρρίκνωση του διαθέσιμου εισοδήματος.
Τα στοιχεία του πληροφοριακού συστήματος «Εργάνη» δείχνουν ότι το 61% των μισθωτών παραμένει εγκλωβισμένο στη ζώνη των 801 – 1.500 ευρώ μεικτών αποδοχών. Πάνω από 1 στους 3 εργαζόμενους λαμβάνει μεικτές αποδοχές κάτω των 1.000 ευρώ, ενώ 6 στους 10 δεν ξεπερνούν τα 1.200 ευρώ. Ο μέσος μεικτός μισθός στον ιδιωτικό τομέα κινείται γύρω από τα 1.362 ευρώ, επιβεβαιώνοντας ότι οι αναπροσαρμογές αφορούν κυρίως τον κατώτατο μισθό και όχι οργανικές αυξήσεις μέσω συλλογικών συμβάσεων.
Η απουσία διάχυσης των αυξήσεων
Οι εκθέσεις του ΟΟΣΑ υπογραμμίζουν την επίδραση της πληθωριστικής κρίσης στους πραγματικούς μισθούς, με την αγοραστική δύναμη στην Ελλάδα να καταγράφει σημαντική υποχώρηση έως και 10% κατά την περίοδο έξαρσης του πληθωρισμού. Οι μεταγενέστερες οριακές προσαρμογές οφείλονται κυρίως στις διοικητικές αυξήσεις των κατώτατων αμοιβών και όχι σε συνολική αναβάθμιση του βιοτικού επιπέδου.
Ανάλυση της Τράπεζας της Ελλάδος επισημαίνει την απουσία του φαινομένου της διάχυσης των αυξήσεων (spill-over effect). Η αύξηση του κατώτατου μισθού δεν συμπαρασύρει αυτόματα τους διάμεσους και υψηλότερους μισθούς. Όσο απομακρυνόμαστε από τη βάση της μισθολογικής πυραμίδας, η επίδραση των διοικητικών αυξήσεων μηδενίζεται, με αποτέλεσμα να συμπιέζεται η απόσταση μεταξύ ανειδίκευτης και εξειδικευμένης εργασίας.
Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναφέρει ότι τα κράτη μέλη προβλέπουν τη δυνατότητα των εργοδοτών να καταβάλλουν χαμηλότερους μισθούς και από τους κατώτατους, έναν μηχανισμό που περιγράφεται στην έκθεση.
Σενάρια για τον κατώτατο μισθό του 2027
Στα σκαριά βρίσκεται το σενάριο αύξησης του κατώτατου μισθού στα 1.000 ευρώ μεικτά από τις αρχές του 2027. Η επίσημη προγραμματική δέσμευση της κυβέρνησης παραμένουν τα 950 ευρώ, έναντι των 920 ευρώ που είναι σήμερα, τον Απρίλιο του 2027. Ωστόσο, οι αυξανόμενες πολιτικές πιέσεις, οι επιπτώσεις του υψηλού πληθωρισμού από την κρίση στη Μέση Ανατολή και οι μεγαλύτερες των αναμενομένων δημοσιονομικές επιδόσεις ενισχύουν το πιο γενναιόδωρο σενάριο.
Αυτό το σενάριο προβλέπει αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 80 ευρώ, από τα 920 στα 1.000 ευρώ, τον Ιανουάριο ή το αργότερο τον Φεβρουάριο του 2027, αντί του Απριλίου 2027. Κορυφαία στελέχη του οικονομικού επιτελείου θεωρούν το σενάριο αυτό εξαιρετικά ελκυστικό από πολιτικής και κοινωνικής άποψης, καθώς και οικονομικά και δημοσιονομικά δυνατό. Μια τέτοια απόφαση θα μπορούσε να δώσει ένα σαφές μήνυμα εισοδηματικής στήριξης στα πιο ευάλωτα κοινωνικά στρώματα, ειδικά σε συνθήκες υψηλότερου από τον αρχικά αναμενόμενο πληθωρισμό.
Σε περίπτωση που οι επόμενες εθνικές εκλογές διεξαχθούν την άνοιξη του 2027, η διαδικασία διαβούλευσης για τον καθορισμό του κατώτατου μισθού (Ιανουάριος – Μάρτιος) θα συμπέσει με την προεκλογική περίοδο. Για αυτόν τον λόγο, η σχετική διαδικασία ενδέχεται να χρειαστεί να τρέξει νωρίτερα, μέσω έκτακτης τροπολογίας στη Βουλή, ώστε να έχει ολοκληρωθεί έως το τέλος Δεκεμβρίου του 2026 (για ισχύ από 1/1/2027), έως το τέλος Ιανουαρίου 2027 (για ισχύ από 1/2/2027) ή, στην πιο ακραία περίπτωση, έως το τέλος Φεβρουαρίου 2027 (για ισχύ από 1/3/2027).
Με πληροφορίες από 902
Φωτογραφία: 902