Οικονομία

Κουπόνια σίτισης και καυσίμων: Εναλλακτικές αμοιβές αντί για μπόνους και αυξήσεις

Κωνσταντίνα Κοσμά
02-08-26

Οι επιχειρήσεις αναζητούν νέους τρόπους αμοιβής των εργαζομένων τους, προκειμένου να αποφύγουν την υψηλή φορολογία και τις ασφαλιστικές εισφορές. Το αυξανόμενο κόστος εργασίας έχει οδηγήσει σε αλλαγές στην πληρωμή των εργαζομένων, με τις αυξήσεις στους μισθούς να μην μεταφέρονται όπως στο παρελθόν στον καθαρό μισθό. Έτσι, οι επιχειρήσεις στρέφονται σε εναλλακτικές μορφές αμοιβής, όπως διατακτικές σίτισης και καυσίμων, παροχές σε είδος και μπόνους.

Σύμφωνα με ρεπορτάζ της Καθημερινής, οι διατακτικές σίτισης και καυσίμων, καθώς και η δυνατότητα διανομής μερισμάτων, έχουν γίνει βασικά εργαλεία στη νέα πολιτική αμοιβών που διαμορφώνεται στην αγορά. Το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης εξετάζει το δημοσιονομικό κόστος μίας αύξησης του αφορολόγητου ποσού για τις διατακτικές σίτισης, το οποίο ανέρχεται σήμερα στα 6 ευρώ ανά εργάσιμη ημέρα. Αυτή η παρέμβαση προγραμματίζεται να συμπεριληφθεί σε οικονομικές εξαγγελίες που θα οριστικοποιηθούν τους επόμενους μήνες, μαζί με μία μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά τουλάχιστον μισή ποσοστιαία μονάδα, με εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου 2027.

Σύνδεση παρεμβάσεων και επιπτώσεις στην αγορά

Οι δύο αυτές παρεμβάσεις αποσκοπούν στη μείωση του μη μισθολογικού κόστους και στην παροχή μεγαλύτερης ευελιξίας στις επιχειρήσεις, ώστε να μπορούν να αυξήσουν τις καθαρές αποδοχές των εργαζομένων χωρίς να επιβαρυνθούν με αντίστοιχες αυξήσεις στο συνολικό κόστος εργασίας. Οι εργοδότες ζητούν υψηλότερο όριο για τις διατακτικές και ένα πιο ευέλικτο πλαίσιο για τα μπόνους, ώστε τουλάχιστον ένα μέρος τους να απαλλάσσεται από ασφαλιστικές εισφορές.

Έμπειροι λογιστές που συνεργάζονται με μεγάλες επιχειρήσεις αναφέρουν ότι η χρήση διατακτικών σίτισης και καυσίμων αυξάνεται συνεχώς, καθώς αυτές οι παροχές αποτελούν έναν από τους πιο αποτελεσματικούς τρόπους ενίσχυσης του διαθέσιμου εισοδήματος των εργαζομένων. Επιπλέον, πολλές επιχειρήσεις επιλέγουν τη χορήγηση μπόνους, ενώ σε πολλές περιπτώσεις αξιοποιείται και η δυνατότητα διανομής μερισμάτων, που φορολογούνται με συντελεστή μόλις 5%.

Ανάλυση των οικονομικών επιπτώσεων

Ο φοροτεχνικός – λογιστής Νίκος Φραγκιαδάκης εκπόνησε μια συγκριτική μελέτη για λογαριασμό της Καθημερινής, αναλύοντας τρία σενάρια: διατακτικές σίτισης αξίας 6 ευρώ ανά εργάσιμη ημέρα, 10 ευρώ και χορήγηση μεικτού μπόνους 250 ευρώ τον μήνα. Στο βασικό σενάριο, ο εργαζόμενος με μεικτό μισθό 1.256,13 ευρώ και καθαρό μισθό 1.000 ευρώ απολαμβάνει συνολικό μηνιαίο οικονομικό όφελος 1.132 ευρώ, με το συνολικό κόστος για τον εργοδότη να ανέρχεται σε 1.661,84 ευρώ.

Αν η αξία των διατακτικών αυξηθεί στα 10 ευρώ ανά ημέρα, το όφελος του εργαζομένου φτάνει τα 1.177,70 ευρώ, με το κόστος για τον εργοδότη να ανέρχεται σε 1.797,78 ευρώ. Αντίστοιχα, η χορήγηση μεικτού μπόνους 250 ευρώ αποφέρει στον εργαζόμενο περίπου 1.168,92 ευρώ, με το κόστος για τον εργοδότη να φτάνει τα 1.834,32 ευρώ.

Η ανάλυση καταδεικνύει ότι οι διατακτικές σίτισης αποδίδουν περισσότερα στον εργαζόμενο σε σχέση με τα μπόνους, καθώς για κάθε ευρώ που δαπανά ο εργοδότης, οι διατακτικές επιστρέφουν στον εργαζόμενο περίπου 0,34 ευρώ καθαρού οφέλους, ενώ το μπόνους μόλις 0,21 ευρώ.

Οι αλλαγές αυτές δεν αφορούν μόνο τις διατακτικές ή τα μπόνους, αλλά συνολικά το μοντέλο αμοιβών στην ελληνική οικονομία. Όσο το μη μισθολογικό κόστος παραμένει υψηλό, οι επιχειρήσεις θα συνεχίσουν να αναζητούν εναλλακτικούς τρόπους αμοιβής εκτός του παραδοσιακού μισθού. Αυτή η τάση θα επηρεάσει τη συζήτηση γύρω από τη φορολογία της εργασίας και τον τρόπο με τον οποίο καταβάλλονται οι αποδοχές.