Σχέσεις

Διαβάζουμε πολύ στο σπίτι, αλλά το παιδί μου τίποτα. Γιατί;

Κωνσταντίνα Κοσμά
05-11-25

Γιατί τα παιδιά στην Ελλάδα σταματούν να διαβάζουν στην εφηβεία — και πότε αυτό είναι πραγματικά ανησυχητικό

Παρά τη μεγάλη άνθηση της παιδικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα, ένα παράδοξο επιμένει: όσο τα παιδιά μεγαλώνουν, τόσο απομακρύνονται από τα βιβλία. Από την προσχολική ηλικία, όπου το διάβασμα είναι παιχνίδι και συντροφιά, μέχρι την αρχή της εφηβείας, η αναγνωστική καμπύλη πέφτει απότομα.

Μετά τα 14 ή 15, το μεγαλύτερο ποσοστό των παιδιών δεν διαβάζει πια εξωσχολικά βιβλία, και μόνο λίγοι επιστρέφουν σ’ αυτά στα 20 τους. Αυτό έχει οδηγήσει τη χώρα σε ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά ενηλίκων αναγνωστών στην Ευρώπη: σύμφωνα με έρευνα του ΟΣΔΕΛ, ένας στους πέντε Έλληνες δεν διαβάζει ποτέ βιβλίο, ενώ ο μέσος αναγνώστης αγοράζει λιγότερα από έξι τον χρόνο.

 
Το «κενό των αναγνωστών»
Το παιδικό βιβλίο δεν γεννά αναγνώστες, τονίζει ο συγγραφέας. Δημιουργεί φαντασία, χαρακτήρα και συναίσθημα, αλλά όχι αναγνωστική συνήθεια. Αυτή γεννιέται μόνο μέσα από το εφηβικό βιβλίο – τη λογοτεχνία που αγγίζει τον νέο άνθρωπο τη στιγμή που αναζητά τον εαυτό του.

Στην Ελλάδα, όμως, το αναγνωστικό αυτό «σκαλοπάτι» λείπει. Τα εφηβικά βιβλία είναι λίγα, αποσπασματικά και περιορισμένα σε θεματολογία, αφήνοντας ένα μεγάλο κενό ανάμεσα στην παιδική και την ενήλικη λογοτεχνία.

«Αυτό το κενό είναι που μας έχει φάει», γράφει ο Αθανασιάδης.
 
Τι κάνει ένα παιδί αναγνώστη – και γιατί μερικές φορές δεν το κάνει τίποτα
Για να μάθει ένα παιδί να αγαπά το διάβασμα, χρειάζονται δύο απαραίτητες συνθήκες:
1️⃣ Να βλέπει τους γονείς του να διαβάζουν.
2️⃣ Να έχει γύρω του βιβλία διαθέσιμα ανά πάσα στιγμή.

Αν κανένα από τα δύο δεν ισχύει, το παιδί δύσκολα θα διαβάσει ποτέ.
Αν όμως ισχύουν και τα δύο και πάλι δεν υπάρχει εγγύηση — γιατί κάθε παιδί έχει τη δική του σχέση με τη γνώση, τη φαντασία και τη μάθηση.

Η έλλειψη ενδιαφέροντος για τη λογοτεχνία δεν σημαίνει πάντα αδιαφορία για τη σκέψη. Ένα παιδί που μελετά τα αστέρια, παρατηρεί τη φύση ή παίζει σκάκι για ώρες «διαβάζει τον κόσμο» με τον δικό του τρόπο. Είναι ένας αναγνώστης του κόσμου, όχι απαραίτητα των βιβλίων.

 
Πότε η αδιαφορία για τα βιβλία είναι προειδοποιητική
Η ανησυχία είναι δικαιολογημένη όταν το παιδί δεν ενδιαφέρεται για τίποτα:
ούτε για επιστήμη, ούτε για τέχνες, ούτε για παιχνίδια σκέψης, ούτε για εξερεύνηση.
Όταν δεν «διαβάζει» ούτε τον κόσμο γύρω του, όταν δεν έχει απορίες, δεν ψάχνει απαντήσεις και αρκείται σε μια παθητική κατανάλωση περιεχομένου — τότε πράγματι υπάρχει πρόβλημα.

Σε αυτή την περίπτωση, το παιδί «μεγαλώνει χωρίς να μεγαλώνει», σημειώνει ο Αθανασιάδης. Χάνει την πνευματική του ζωτικότητα, όπως κάποτε οι κινέζες που τους έδεναν τα πόδια για να μείνουν μικρά.

 
Η ευθύνη των γονιών
Οι γονείς δεν καλούνται να δημιουργήσουν «βιβλιοφιλικά αντίγραφα» του εαυτού τους, αλλά αυτόνομους ανθρώπους με δικά τους ενδιαφέροντα. Η αποστολή τους δεν τελειώνει στη στέγη και την τροφή· περιλαμβάνει τη διαρκή καλλιέργεια της περιέργειας, της δημιουργικότητας και της πνευματικής ελευθερίας.

Η ανάγνωση είναι ένας δρόμος – όχι ο μόνος. Όμως, αν το παιδί δεν περπατά κανέναν δρόμο, τότε χρειάζεται βοήθεια, καθοδήγηση και έμπνευση.

 
Το άρθρο «Διαβάζουμε πολύ στο σπίτι, αλλά το παιδί μου τίποτα. Γιατί;» δημοσιεύτηκε στην Athens Voice (03.11.2025) στη στήλη “Ημερολόγιο” του Κυριάκου Αθανασιάδη.