Η Ηρώ Μουκίου αποτελεί μία ιδιαίτερη προσωπικότητα στον χώρο του θεάτρου. Ανέκαθεν δεν δίσταζε να καταπιαστεί με οποιοδήποτε ρόλο, από τον πιο ελαφρύ μέχρι τον πιο δύσκολο, που κάποιος άλλος δεν θα τολμούσε. Τη γνωρίσαμε στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και η αλήθεια είναι ότι από τότε δεν έχει σταματήσει να μας εκπλήσσει με τις καλλιτεχνικές επιλογές της. Σήμερα είναι απόλυτα δοσμένη στην τέχνη της, ευτυχισμένη μητέρα ενός 16χρονου κοριτσιού, σύγχρονη γυναίκα με υπαρξιακές και περιβαλλοντικές ανησυχίες.
Τις δύο προηγούμενες σεζόν άγγιξε την ψυχή μας και μας συγκίνησε ως Λουντμίλα, που έχασε τα πάντα μέσα σε λίγες ώρες μετά το τραγικό δυστύχημα του Τσέρνομπιλ. Φέτος επιλέγει να μας συναρπάσει και να μας κάνει να δούμε με άλλο μάτι σημαντικά γεγονότα της Ιστορίας, που μας επηρεάζουν μέχρι και σήμερα, με την παράσταση «Κοπεγχάγη», την οποία έκανε παραγωγή και ανεβάζει σε μια ιστορική σκηνή της Αθήνας, το θέατρο «Αλφα». Κόντρα στις ανάγκες των καιρών, που ωθούν στην ευκολία της κωμωδίας επειδή αποτελεί διέξοδο από τα χίλια μύρια προβλήματα της καθημερινότητάς μας, εκείνη διαλέγει για άλλη μία φορά τον δύσκολο δρόμο...
- Γιατί επιλέγετε τόσο ιδιαίτερους ρόλους;
Γιατί είναι αυτό που σε κάνει καλύτερο ηθοποιό, καθώς μέσα από τις δυσκολίες να προσεγγίσεις τον ρόλο βελτιώνεσαι σαν άνθρωπος, σαν μητέρα, σαν σύζυγος. Με πάει πιο πέρα.
- Με ποια κριτήρια επιλέγετε το ρεπερτόριό σας;
Τα τελευταία χρόνια επιλέγω μέσα από το θέατρο να αφυπνίζω τον κόσμο για το περιβάλλον που το καταστρέφουμε. Επίσης, το ζητούμενό μου είναι ο άνθρωπος και τα σκοτάδια της ψυχής του.
- Ανεβάσατε πριν από λίγες μέρες την παράσταση «Κοπεγχάγη» στο θέατρο «Αλφα». Πείτε μας λίγα λόγια για το έργο.
Μετά την ανταπόκριση που είχε η παράσσταση «Η φωνή της Λουντμίλα», επέλεξα να ανεβάσω το βραβευμένο έργο του Μάικλ Φρέιν «Κοπεγχάγη». Το έργο μιλά για την πυρηνική φυσική, τα ζητήματα ηθικής, τα ανθρώπινα πάθη, την πίστη και την προδοσία. Στην παράσταση συμμετέχουν ο Βασίλης Ρίσβας και ο Θοδωρής Αντωνιάδης, σε σκηνοθεσία Γιάννη Μαργαρίτη. Εδώ θα ήθελα να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ στον Στέφανο Ληναίο, ο οποίος με εμπιστεύτηκε και μου παραχώρησε το θέατρο έναντι μικρής αμοιβής.
- Δεν είναι ρίσκο για έναν ηθοποιό και ταυτόχρονα παραγωγό να ανεβάσει ένα έργο που προβληματίζει και ανησυχεί σε μια εποχή που ο θεατής αναζητεί ως διέξοδο την ψυχαγωγία;
Ο καθένας επιλέγει αν θέλει το ρίσκο ή το εύκολο. Εγώ προσπαθώ τα τελευταία χρόνια να κινούμαι σε πιο δύσκολους δρόμους. Αυτό έχω ανάγκη και παίρνω το ανάλογο ρίσκο. Εχω αυτήν την πολυτέλεια. Κάνω φοβερή οικονομία για να επενδύω χρήματα στο θέατρο. Εχω τη στήριξη από τους δικούς μου ανθρώπους και κάθε φορά μου λένε: «Προχώρα και δεν θα μπεις φυλακή. Εάν δεν έχεις να πληρώσεις τα ένσημα των ηθοποιών ή τους συνεργάτες σου, είμαστε εδώ».
- Εχετε νιώσει ποτέ την αποτυχία; Και αν ναι, πώς την ξεπεράσατε;
Εχει τύχει να νιώθω καλά σε μια παράσταση αλλά να μην πηγαίνει καλά εισπρακτικά. Αυτό δεν το θεωρώ αποτυχία. Επίσης, μου έχει τύχει παράσταση που δεν ήμουν ικανοποιημένη με τον ρόλο μου, που το έκανα για να ζήσω, και τα ταμεία να σπάνε. Επίσης δεν το θεωρώ αποτυχία, αλλά μέσα μου δεν ένιωθα καθόλου καλά. Ημουν πιο ευτυχισμένη με υπέροχες κριτικές και με τους πέντε θεατές να μου σφίγγουν το χέρι και να κλαίνε από τη συγκίνηση.
«ΘΕΑΤΡΟ ΑΠΟ ΤΥΧΟΔΙΩΚΤΙΣΜΟ»
- Γιατί ασχοληθήκατε με το θέατρο;
Αργησα να το αποφασίσω. Περίπου στα τέλη της δεκαετίας του '80, μόλις τελείωσα τη δραματική σχολή της Μαίρης Βογιατζή-Τράγκα. Εχω έναν τυχοδιωκτισμό. Δεν ήταν πάθος μου από μικρή να γίνω ηθοποιός, πολύ αργότερα μου γεννήθηκε αυτή η ανάγκη και μεταπήδησα από την αγγλική φιλολογία στην υποκριτική. Το γιατί δεν μπορώ ακόμα να το απαντήσω. Κάθε φορά που θέτω αυτό το ερώτημα στον εαυτό μου έχω και διαφορετική απάντηση, ανάλογα σε τι ψυχισμό βρίσκομαι εκείνη τη στιγμή.
- Το ξεκίνημά σας στον χώρο του θεάματος ήταν εύκολο ή δύσκολο; Υπήρξαν άνθρωποι που σας άνοιξαν ή έκλεισαν πόρτες;
Και μου άνοιξαν και μου έκλεισαν. Βέβαια, εγώ βίωσα και μια εποχή που άνοιγε η ιδιωτική τηλεόραση και αυτό είχε αποτέλεσμα η δική μου γενιά να έχει δουλειά και να είναι καλοπληρωμένη. Ολοι οι σπουδαίοι σκηνοθέτες έπιασαν δουλειά στην ιδιωτική τηλεόραση και αυτό έκανε πολύ καλό σε εμάς τους ηθοποιούς, που μας διαμόρφωσαν. Ο Νίκος Κουτελιδάκης, ο Πάνος Κοκκινόπουλος, ο Μανούσος Μανουσάκης, ο Τάκης Παπαγιαννίδης, η Λένα Βουδούρη κ.ά.
- Να σταθούμε λίγο στους σταθμούς της καλλιτεχνικής πορείας σας;
Αυτή η δουλειά μου έδωσε πολλές χαρές. Θα σταθώ στην αγγλόφωνη «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή, στο ξεκίνημά μου, με την Ελένη Σκότη. Συμμετείχα σε πολλές τηλεοπτικές σειρές, τελευταία η «10η εντολή» του Πάνου Κοκκινόπουλου, στον κινηματογράφο τελευταίες ταινίες ήταν το «Αφρικα» της Λένας Βουδούρη και η «Απνοια» του Αρη Μπαφαλούκα.
- Ζωγραφίζετε παράλληλα;
Κάνω μια απόπειρα να απεικονίσω με τον χρωστήρα τις ανησυχίες μου, τις προθέσεις μου. Ναι, το κάνω καμιά φορά...
- Στο παρελθόν είχατε δηλώσει «δεν αισθάνομαι εκατό τοις εκατό ηθοποιός, εκατό τοις εκατό ζωγράφος ή εκατό τοις εκατό γυναίκα, είμαι ένα συνονθύλευμα όλων αυτών». Το υποστηρίζεται ακόμα;
Ναι, δεν έχω αλλάξει θέση, μου αρέσει να κάνω πολλά πράγματα. Το εκατό τοις εκατό γυναίκα εννοώ ότι δεν θα πάω κάθε μέρα στο κομμωτήριο και στα ινστιτούτα ομορφιάς, ασχολούμαι και με εργασίες ανδρικές, για παράδειγμα, έχω στο σπίτι μου εργαλεία, κατσαβίδια, σφυριά, τα πάντα, κάνω πολλά πράγματα με τα χέρια μου χωρίς να χρειάζεται να φωνάζω ειδικούς κάθε φορά.
«Την απιστία ίσως να τη συγχωρούσα»
- Πώς γνωριστήκατε με τον σύζυγό σας Θανάση Καλογερόπουλο;
Ημουν στη Λάρισα περιοδεία με τη «Λοκαντιέρα». Εκεί μας σύστησε κάποιος κοινός γνωστός και μου είπε ψέματα ότι είχε σκοπό να έρθει να δει την παράσταση, ενώ δεν ήξερε καν τι έργο παίζαμε. Απλώς ήθελε να με γνωρίσει και βρήκε σαν αφορμή την παράσταση! Γενικά υπήρξε μια χημεία μεταξύ μας από την πρώτη στιγμή. Εγώ ήμουν συνήθως με ένα τζιν, άβαφη, οτιδήποτε, ώστε να μην είμαι ποθητή. Εκείνος σαν ψυχίατρος φαίνεται ότι ίσως έβλεπε της ψυχής μου τις ομορφιές.
- Τελικά γιατί σας κέρδισε;
Είναι ένας ευφυέστατος άνθρωπος, πολύ καλός επιστήμονας και καλός σύντροφος. Τον θαυμάζω απεριόριστα και αγαπά πολύ την κόρη μου Σταυρίνα. Αυτός ήταν και ο λόγος που προχώρησα στον γάμο.
- Παρ’ ότι εκείνος εργάζεται στη Λάρισα και εσείς στην Αθήνα, υπάρχουν τρόποι να επικοινωνείτε;
Είμαστε διαρκώς σε επικοινωνία. Παρ' όλο που αυτά τα χρόνια ζούμε ο ένας στη δύση και ο άλλος στην ανατολή, στην κυριολεξία, λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων, αντέξαμε στον χρόνο γιατί υπάρχει βαθιά αγάπη και εκτίμηση. Μας κάνει πολύ χαρούμενους το γεγονός ότι έπειτα από έντεκα χρόνια γάμου δεν το διαλύσαμε, γιατί θα ήταν πολύ εύκολο λόγω απόστασης και από το γεγονός ότι είμαστε και οι δύο έντονοι άνθρωποι. Θα μπορούσαμε εύκολα να συγκρουστούμε. Υπάρχει βαθιά αγάπη, που κρατάει ακόμα.
- Την απιστία θα τη συγχωρούσατε;
Ισως ναι, δεν θα στεκόμουν εκεί...
- Σε ποιες περιπτώσεις ανάβει συναγερμός στη ζωή σας;
Οταν συναντώ ανθρώπους που γλείφουν, που χαϊδεύουν, που χρυσώνουν το χάπι. Ολους αυτούς τους σιχαίνομαι. Ανήκω στην κατηγορία των ωμών ανθρώπων, αν δεν μου αρέσει κάτι θα το πω και ας πληρώσω το τίμημα. Δεν μου αρέσουν οι αυλοκόλακες καθόλου, έστω και αν έχει αυτό να κάνει και με εμένα. Επίσης δεν αντέχω τους ρουφιάνους. Εκεί ανάβει το δικό μου alarm.
- Ως μητέρα τι σας φοβίζει στη σημερινή πραγματικότητα;
Τα πράγματα είναι όλα στον πάτο, και δεν λέω φτάσαμε, γιατί έχει και άλλο... Γι' αυτό ανέβασα αυτήν τη θεατρική παράσταση και όχι μια κωμωδία. Πρέπει να προβληματιζόμαστε επειδή έτσι βρίσκουμε και λύσεις. Ελπίζω για τα παιδιά μας ότι πάντα μετά τον μεσαίωνα υπάρχει η αναγέννηση!
- Πού ξοδεύετε χρήματα;
Πάντα είχα ένα πλάνο στα οικονομικά μου. Δεν ξοδεύω χρήματα για τον εαυτό μου, θεωρώ κακό να σου πω αν ξοδεύω χρήματα σε κοινωφελή έργα, αλλά θα προτρέψω τον κόσμο σ' αυτήν την κατεύθυνση. Αν έχουμε ένα ευρώ στην τσέπη μας, είναι καλό να το μοιραστούμε με έναν συνάνθρωπό μας ή με τα αδέσποτα ζώα, τα οποία δεν μπορούν να σου πουν ότι πονάνε και πεινάνε.
Η συνάντηση των δύο νομπελιστών Φυσικής
Το βραβευμένο θεατρικό έργο του Μάικλ Φρέιν «Κοπεγχάγη» παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Λονδίνο το 1998 και αποτέλεσε αντικείμενο πολλών συζητήσεων στην κοινότητα των ιστορικών της επιστήμης. Είναι βασισμένο σε μια συνάντηση ανάμεσα στους δύο από τους σημαντικότερους νομπελίστες φυσικούς όλων των εποχών, τον Γερμανό Βέρνερ Χάιζενμπεργκ (1901-1976) και τον Δανό Νιλς Μπορ (1885-1962, από τους θεμελιωτές της κβαντικής θεωρίας) μαζί με τη γυναίκα του Μπορ, Μαργκρέτε (1890-1984).
Ο Φρέιν δημιούργησε μια φανταστική συζήτηση που πραγματοποιείται μετά τον θάνατό τους, προσπαθώντας να δώσουν τέλος στις εκκρεμότητες σχετικά με το τι ακριβώς ειπώθηκε μεταξύ τους σ' εκείνη τη σύντομη συνάντησή τους, το 1941, που αποτέλεσε και το τέλος της προσωπικής σχέσης τους. Οι συνθήκες υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκε η περίφημη συνάντηση ήταν αρνητικές, μια και έλαβε χώρα στην κατεχόμενη από τα γερμανικά στρατεύματα Κοπεγχάγη, ενώ οι ναζί είχαν ήδη αρχίσει τις έρευνες για την κατασκευή της ατομικής βόμβας.
Το έργο θέτει ερωτήματα για την πορεία της επιστήμης και της πολιτικής σε σχέση με τις αλλαγές που επέφερε ο συνδυασμός τους στον κόσμο του 20ού αιώνα.
Οι παραστάσεις δίνονται κάθε Κυριακή (21:15), Δευτέρα (21:15) και Τετάρτη (19:15) στο θέατρο «Αλφα», Πατησίων 37.