Τρία ισπανικά ναυάγια, που χρονολογούνται από το 1559, χρειάστηκαν πάνω από τέσσερις αιώνες για να εντοπιστούν στα νερά της Πενσακόλα, στη Φλόριντα. Η καθυστερημένη ανακάλυψή τους φέρνει στο φως σημαντικά στοιχεία για τις προκλήσεις στον εντοπισμό παλαιών πλοίων στον βυθό. Μια νέα μελέτη αναλύει τα μαγνητικά ίχνη που άφησαν αυτά τα ναυάγια, υποστηρίζοντας ότι οι συμβατικές μέθοδοι αναζήτησης ενδέχεται να μην είναι επαρκείς για τον εντοπισμό τους.
Η ανακάλυψη των ναυαγίων και η χρονολογική τους πορεία
Τα τρία ναυάγια, γνωστά ως Emanuel Point I, Emanuel Point II και Emanuel Point III, βυθίστηκαν το 1559, αλλά παρέμειναν αθέατα για περισσότερα από 400 χρόνια. Η ανακάλυψη του πρώτου, του Emanuel Point I, έγινε το 1992, σηματοδοτώντας την αρχή της αποκάλυψης αυτού του ιστορικού στόλου.
Δεκατέσσερα χρόνια αργότερα, το 2006, εντοπίστηκε το Emanuel Point II, ενώ το τρίτο και τελευταίο, το Emanuel Point III, ανακαλύφθηκε το 2016. Η περίπτωση των ναυαγίων του Emanuel Point στην Πενσακόλα της Φλόριντα καταδεικνύει ότι ένα πλοίο μπορεί να βρίσκεται στον βυθό για αιώνες, χωρίς οι αρχαιολόγοι να διαθέτουν τα κατάλληλα μέσα για τον εντοπισμό του.
Η αποστολή του Τριστάν ντε Λούνα ι Αρελάνο
Η ιστορία των ναυαγίων συνδέεται άμεσα με την αποστολή του Ισπανού εξερευνητή Τριστάν ντε Λούνα ι Αρελάνο. Τον Αύγουστο του 1559, ο Αρελάνο έφτασε στην περιοχή που σήμερα είναι γνωστή ως Πενσακόλα, με βασικό στόχο την ίδρυση μιας ισπανικής αποικίας. Η αποστολή του είχε ξεκινήσει από τη Βερακρούζ του Μεξικού.
Ο στόλος του Αρελάνο ήταν ιδιαίτερα μεγάλος, αποτελούμενος από 11 πλοία. Μαζί του ταξίδευαν περίπου 1.500 άτομα, συμπεριλαμβανομένων στρατιωτών, αποίκων, σκλάβων και Αζτέκων συμμάχων. Η αποικία που εγκαταστάθηκε το 1559 διήρκεσε για δύο χρόνια, μέχρι το 1561, δηλαδή 48 χρόνια πριν από την ίδρυση του Τζέιμσταουν.
Ο τυφώνας του 1559 και οι συνέπειές του
Μόλις έναν μήνα μετά την άφιξη της αποστολής στην Πενσακόλα, η περιοχή επλήγη από έναν ισχυρό τυφώνα. Το φυσικό φαινόμενο είχε καταστροφικές συνέπειες για τον ισπανικό στόλο και την νεοσύστατη αποικία. Πολλά από τα πλοία καταστράφηκαν ολοσχερώς ή προσάραξαν στον βυθό, με αποτέλεσμα να χαθούν σημαντικές προμήθειες που ήταν ζωτικής σημασίας για την επιβίωση των αποίκων.
Από τον αρχικό στόλο των 11 πλοίων, μέχρι σήμερα έχουν εντοπιστεί μόνο τα τρία ναυάγια του Emanuel Point. Η απώλεια των πλοίων και των προμηθειών έθεσε σε κίνδυνο την αποστολή του Αρελάνο και επηρέασε σημαντικά την πορεία της ισπανικής αποικίας στην περιοχή.
Η περίπτωση του Emanuel Point III
Η ανακάλυψη του Emanuel Point III αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα των προκλήσεων στην υποβρύχια αρχαιολογία. Οι αρχαιολόγοι πραγματοποιούσαν έρευνα στην ίδια περιοχή όπου είχε ήδη εντοπιστεί το δεύτερο ναυάγιο, το Emanuel Point II. Κατά τη διάρκεια των εργασιών τους, παρατήρησαν μια ανωμαλία στον βυθό, η οποία κίνησε την περιέργειά τους.
Οι δύτες που κατέβηκαν για να εξετάσουν την ανωμαλία ανέφεραν μέσα σε λίγα λεπτά ότι οι ανιχνευτές τους έδιναν ενδείξεις πάνω σε αντικείμενα που έμοιαζαν με πέτρες. Στη συνέχεια, εντοπίστηκαν πέτρες που χρησιμοποιούνταν για τη σταθεροποίηση του πλοίου, καθώς και κεραμικά, σιδερένια κατάλοιπα και τμήματα του ξύλινου κύτους, όπως τα πλαίσια και η επένδυση του σκαριού. Το ναυάγιο βρισκόταν σε σχετικά ρηχό και αμμώδη βυθό, γεγονός που καθιστά την ανακάλυψη ακόμη πιο ενδιαφέρουσα.
Γιατί τα μαγνητόμετρα «δυσκολεύτηκαν»
Το βασικό εύρημα της νέας μελέτης εστιάζει στην αποτελεσματικότητα των μαγνητομέτρων. Τα όργανα αυτά έχουν σχεδιαστεί για να εντοπίζουν ανωμαλίες στο μαγνητικό πεδίο της Γης, οι οποίες συνήθως προκαλούνται από την παρουσία σιδήρου σε ένα ναυάγιο. Ωστόσο, στην περίπτωση των Emanuel Point I, II και III, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα ναυάγια ήταν «μαγνητικά ήσυχα».
Αυτό σημαίνει ότι η ποσότητα του σιδήρου που είχε απομείνει στα πλοία ήταν πολύ μικρή, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται ασθενείς μαγνητικές ανωμαλίες. Οι ανωμαλίες αυτές δεν ανταποκρίνονταν στα συνήθη κριτήρια που χρησιμοποιούνται για τον εντοπισμό ναυαγίων, καθιστώντας τα εύκολα να περάσουν απαρατήρητα στις συμβατικές υποβρύχιες έρεβες. Ένα σύγχρονο ή σχετικά νεότερο ναυάγιο, αντίθετα, περιέχει συνήθως αρκετό σίδηρο για να ανιχνευθεί με αυτές τις μεθόδους.
Με πληροφορίες από: Gazzetta