Οι επιστήμονες, τις τελευταίες δεκαετίες, αναρωτιούνται για τον τρόπο με τον οποίο οι εγκυμονούσες μπορούν να «διαμορφώσουν» την ανάπτυξη των εμβρύων τους, προστατεύοντάς τα από μελλοντικές ασθένειες ή… «προτρέποντάς» τα να εκδηλώσουν ενδιαφέρον για τη μουσική, π.χ. του Μότσαρτ.
Σήμερα, μια ομάδα ερευνητών από την Καλιφόρνια ανακάλυψε έναν εντυπωσιακό νέο μηχανισμό με τον οποίο οι γυναίκες που βρίσκονται στην εγκυμοσύνη, «εκπαιδεύουν» το έμβρυό τους να αναπτύσσει το ανοσοποιητικό του σύστημα: τα κύτταρα της μητέρας γλιστρούν εγκαρσίως στον πλακούντα, εισέρχονται στο σώμα του εμβρύου και το «διδάσκουν» πώς να αντιμετωπίζει αυτά τα κύτταρα σαν δικά του.
Το πλέον κρίσιμο σημείο στην ανάπτυξη του ανοσοποιητικού συστήματος είναι να μάθει να διακρίνει τις ξένες ουσίες από τις δικές του. Είναι πράγματι ιδιότυπο: το ανοσοποιητικό σύστημα καλείται να ανταποκριθεί στις εξωτερικές απειλές και παράλληλα να μην υπεραντιδρά στα αβλαβή ερεθίσματα ή στους ιστούς του ίδιου του σώματος.
Τα νέα επιστημονικά ευρήματα δείχνουν πώς «η ίδια η μητέρα βοηθά ώστε να συντονίζεται αρκετά νωρίς όλο αυτό το σύστημα», σχολιάζει ο δρ William Burlingham, ανοσολόγος στο Πανεπιστήμιο του Ουισκόνσιν, στις ΗΠΑ, ο οποίος δεν μετείχε στη συγκεκριμένη έρευνα. «Πρόκειται για ένα σημαντικό νέο και εξαιρετικά ενδιαφέρον βήμα προόδου», συμπλήρωσε.
Ανοίγει δρόμους
H εν λόγω εργασία θα μπορούσε να σχετίζεται με την έρευνα σε θέματα όπως η μεταμόσχευση οργάνων, η μετάδοση του ιού του έιτζ από τη μητέρα στο παιδί και αυτοάνοσες ανωμαλίες, όπως ο διαβήτης τύπου 1. «Δείχνει το δρόμο σε ένα τεράστιο φάσμα βιολογικώς σοβαρών ερωτημάτων, που αξίζει τον κόπο να διερευνηθούν», τόνισε ο δρ Burlingham.
Οι ερευνητές, οι οποίοι έχουν βάση τους το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, στο Σαν Φρανσίσκο, εργάστηκαν σε λεμφαδένες και όργανα εμβρύων που προήλθαν από έκτρωση, ενώ οι έγκυοι βρίσκονταν στο δεύτερο τρίμηνο της κύησης. Επίσης, έλαβαν δείγμα αίματος από τις γυναίκες που κυοφορούσαν αυτά τα έμβρυα προκειμένου να διερευνήσουν συγκεκριμένες ανοσοαντιδράσεις. Η επιστημονική ομάδα εξέτασε 18 δείγματα εμβρυϊκών λεμφαδένων και βρήκαν «αποδεικτικά στοιχεία» μητρικών κυττάρων σε 15 από αυτά.
Οι ερευνητές γνώριζαν εδώ και δεκαετίες ότι ορισμένα μητρικά κύτταρα διαπερνούν τον πλακούντα και μπορούσαν να τα παρακολουθήσουν στον εμβρυϊκό ιστό. Ωστόσο, στη νέα αυτή εργασία οι ειδικοί ανακάλυψαν μια εντυπωσιακά υψηλή συχνότητα μητρικών κυττάρων.
Ο ρόλος
«Κι αυτό μας λέει ότι πρέπει να δώσουμε περισσότερη προσοχή στο ποιος είναι ακριβώς ο ρόλος αυτών των κυττάρων», είπε ο δρ J. Lee Nelson, ανοσολόγος στο ερευνητικό κέντρο Fred Hutchinson στο Σιάτλ, ο οποίος πραγματοποίησε την αρχική έρευνα υποδεικνύοντας ότι τα μητρικά κύτταρα πιθανώς να «επιμένουν» στον ιστό των υγιών ενηλίκων.
Η επιστημονική ομάδα παρατήρησε επίσης ότι τα ρυθμιστικά Τ-κύτταρα, ένας ιδιαίτερος τύπος ανοσοκυττάρων, εμφανίζονταν σε μεγάλο αριθμό εμβρυϊκών λεμφαδένων. Η τυπική δράση των ρυθμιστικών Τ-κυττάρων είναι να καταστέλλουν τις ανοσοαντιδράσεις. Σε μια έγκυο, για παράδειγμα, αυτά τα κύτταρα εμποδίζουν το ανοσοποιητικό σύστημα να αντιμετωπίσει το έμβρυο σαν να επρόκειτο για ξένο σώμα και να του επιτεθεί.
«Θέλαμε να φτάσουμε σε αυτό που προκαλούσε τον πολλαπλασιασμό αυτών των κυττάρων και το ρόλο που διαδραμάτιζαν συγκεκριμένα στον εμβρυϊκό ιστό», είπε ο Jeff Mold, μεταπτυχιακός φοιτητής ανοσολογίας στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας.
Ο μηχανισμός
Η ερευνητική ομάδα ήταν σε θέση να αποδείξει ότι τα κύτταρα από τη μητέρα προκαλούν στον εμβρυϊκό ιστό την τάση να παράγει περισσότερα ρυθμιστικά Τ-κύτταρα. Αυτά με τη σειρά τους βοηθούν ώστε να λειτουργεί το εμβρυϊκό ανοσοποιητικό σύστημα και να μην «επιτίθεται» στα κύτταρα της μητέρας.
Το έμβρυο είναι γενετικά διαφορετικό από τη μητέρα και τον πατέρα, αφού μέρος του DNA του προέρχεται από κάθε ένα γονέα. Αυτό σημαίνει ότι το ανοσοποιητικό του σύστημα θα μπορούσε να απορρίψει κύτταρα από τη μητέρα του σαν ξένα, καθώς αυτά τα κύτταρα έχουν ορισμένα επιφανειακά χαρακτηριστικά τα οποία δεν κληρονομήθηκαν.
Η τρέχουσα εργασία εξηγεί γιατί αυτό δεν φαίνεται να συμβαίνει στην πορεία μιας ομαλής εγκυμοσύνης. «Ανακαλύψαμε έναν συγκεκριμένο μηχανισμό, που ερμηνεύει πώς τα μητρικά κύτταρα «πείθουν» το εμβρυϊκό ανοσοποιητικό σύστημα ώστε να είναι πιο ανεκτικό», είπε ο Mold, ο οποίος ήταν ο πρώτος συγγραφέας της εργασίας, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Science.
Εφαρμογή και στον τομέα των μεταμοσχεύσεων
Οι επιστήμονες -όχι μόνον αυτοί που συμμετείχαν στην προαναφερθείσα έρευνα- ισχυρίζονται ότι τα ευρήματα μπορεί να έχουν σημαντικές προεκτάσεις όσον αφορά τις εργασίες στον τομέα των μεταμοσχεύσεων. Οταν οι ασθενείς δέχονται μεταμοσχευμένα όργανα, πρέπει γενικώς να λαμβάνουν φάρμακα προκειμένου να καταστείλουν το ανοσοποιητικό τους σύστημα και να το εμποδίσουν να «επιτεθεί» στον ξένο ιστό. Aυτά τα φάρμακα, όμως, ενδεχομένως σχετίζονται με μεγαλύτερη ευαισθησία σε προβλήματα νεφρών, μόλυνση και αδυναμία των οστών, υπογράμμισε ο δρ Burlingham, από το Πανεπιστήμιο του Ουισκόνσιν.
«Θα θέλαμε να βρούμε τρόπους μεταμόσχευσης ιστού χωρίς να προκαλείται μακροχρόνια εξάρτηση από αυτά τα φάρμακα», είπε. «Κι αυτό θα ήταν εφικτό εάν οι ερευνητές λάμβαναν υπόψη σε μεγάλο βαθμό το «ανοσοπροφίλ» των μητέρων των ασθενών όταν επιλέγουν όργανα προς μεταμόσχευση».
Αρχές της δεκαετίας του '80, επιστήμονες στην Ολλανδία παρατήρησαν ότι αρκετοί ασθενείς από εκείνους οι οποίοι βρίσκονταν σε αναμονή για μόσχευμα νεφρών και «είχαν σχηματίσει αντισώματα σε σχέση με τους περισσότερους πιθανούς δότες, δεν αντέδρασαν στα λευκοκύτταρα των δικών τους μητέρων». Κι αυτό υποδεικνύει ότι, κατά τη διάρκεια της εμβρυϊκής ανάπτυξης, μια διεργασία επιτρέπει στο έμβρυο να «ανέχεται» τον ιστό που στην επιφάνειά του έχει μόρια παρόμοια με της μητέρας.
Η νέα έρευνα εξηγεί «πώς ακριβώς λειτουργεί αυτό», τόνισε ο δρ Jon J. van Rood, καθηγητής Παθολογίας στο Πανεπιστήμιο του Leiden, ο οποίος έφερε σε πέρας την αρχική έρευνα, καταλήγοντας: «Κατευθυνόμενοι στα ρυθμιστικά Τ-κύτταρα των εμβρυϊκών λεμφαδένων, ανακαλύψαμε το κρίσιμο κλειδί».