Υγεία

Ο προληπτικός έλεγχος του μαστού: πότε και πώς πρέπει να γίνεται

Newsroom
30-10-26

Η έγκαιρη διάγνωση του καρκίνου του μαστού αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την αύξηση της επιβίωσης, καθιστώντας τον προληπτικό έλεγχο απαραίτητο για κάθε γυναίκα. Ο προληπτικός έλεγχος περιλαμβάνει τακτικές εξετάσεις, όπως η κλινική εξέταση και η ψηφιακή μαστογραφία, ενώ συμπληρωματικά μπορεί να χρησιμοποιηθεί και το υπερηχογράφημα.

Πρόληψη και έγκαιρη διάγνωση

Πρόληψη ορίζεται κάθε ενέργεια που στοχεύει στη μείωση του κινδύνου εμφάνισης καρκίνου ή στην ανίχνευσή του σε πολύ αρχικό στάδιο μέσω εξειδικευμένων απεικονιστικών εξετάσεων. Η έγκαιρη διάγνωση είναι γνωστό ότι αυξάνει την επιβίωση των ασθενών.

Η έγκαιρη διάγνωση του καρκίνου επιτυγχάνεται με τακτικές εξετάσεις, γνωστές ως screening, οι οποίες περιλαμβάνουν την κλινική εξέταση και την ψηφιακή μαστογραφία. Συμπληρωματικά, μπορεί να διενεργηθεί υπερηχογράφημα, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις πυκνών μαστών.

Ο τρόπος και η συχνότητα των εξετάσεων καθορίζονται από το οικογενειακό ή ατομικό ιστορικό της γυναίκας, όπως προηγούμενες βιοψίες ή ακτινοβολία στο μεσοθωράκιο για νόσο Hodgkin πριν την ηλικία των 30 ετών, καθώς και από την πυκνότητα του μαζικού παρεγχύματος.

Πότε ξεκινούν οι εξετάσεις

Η κλινική εξέταση του μαστού συνιστάται για τις γυναίκες έως 40 ετών ανά δύο με τρία χρόνια, ενώ μετά την ηλικία των 40 ετών πρέπει να γίνεται κάθε χρόνο. Αυτή η εξέταση περιλαμβάνεται συνήθως στον ετήσιο γυναικολογικό έλεγχο.

Η μαστογραφία διενεργείται κάθε χρόνο μετά τα 40 έτη για γυναίκες που δεν έχουν αυξημένο κίνδυνο, όπως από το οικογενειακό ιστορικό. Παρόλο που η επίσημη οδηγία για το screening ξεκινά στα 40, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται αύξηση του καρκίνου του μαστού σε νεότερες γυναίκες, οδηγώντας στην πρακτική να γίνεται τουλάχιστον μία μαστογραφία αναφοράς στα 35 έτη.

Τεχνικές απεικόνισης και αποτελεσματικότητα

Στις ψηφιακές μαστογραφίες, ειδικά σε πυκνούς μαστούς, προτιμάται η τομοσύνθεση. Η τομοσύνθεση είναι μια μορφή ψηφιακής μαστογραφίας που λαμβάνει περισσότερες λήψεις από διάφορα σημεία του μαστού, οι οποίες στη συνέχεια ανασυντίθενται σε εικόνες. Αυτό επιτρέπει στον ακτινολόγο να εξετάζει τομές του μαστού σε ειδική οθόνη και να εντοπίζει μικρότερους όγκους.

Η ψηφιακή μαστογραφία έχει φανεί ότι μειώνει τη θνησιμότητα κατά 25-30%. Ο συνδυασμός ψηφιακής μαστογραφίας με τομοσύνθεση εντοπίζει 9,3 καρκίνους ανά 1000 γυναίκες, έναντι 6,3 καρκίνων που βρίσκει μόνο η ψηφιακή μαστογραφία.

Ο ρόλος του υπερηχογραφήματος και της μαγνητικής τομογραφίας

Το υπερηχογράφημα, αν και δεν αποτελεί μέθοδο screening από μόνο του, είναι συμπληρωματικό της μαστογραφίας και συμβάλλει στην ανίχνευση περισσότερων καρκίνων. Είναι ιδιαίτερα χρήσιμο σε πυκνούς μαστούς, καθώς και όταν υπάρχει κάποια υποψία από τη μαστογραφία. Ο συνδυασμός ψηφιακής μαστογραφίας και υπερηχογραφήματος ανιχνεύει περίπου 1,8-1,46 καρκίνους ανά 1000 γυναίκες.

Η μαγνητική τομογραφία (MRI) συστήνεται σε γυναίκες με πυκνούς μαστούς να γίνεται ανά 2-4 χρόνια μετά την ψηφιακή μαστογραφία, καθώς και όταν υπάρχουν ευρήματα στην ψηφιακή μαστογραφία και στον υπέρηχο μαστών. Η συχνότητα της μαγνητικής τομογραφίας εξαρτάται επίσης από το ατομικό και οικογενειακό ιστορικό. Γυναίκες υψηλού κινδύνου, όπως αυτές με ισχυρό οικογενειακό ιστορικό ή που φέρουν, πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικές.

Με πληροφορίες από: ieidiseis.gr