Υγεία

Νέα εποχή στην αντιμετώπιση της καρδιακής ανεπάρκειας με φάρμακα παχυσαρκίας

Κωνσταντίνα Κοσμά
10-10-26

Η θεραπευτική αντιμετώπιση της καρδιακής ανεπάρκειας εισέρχεται σε μια νέα εποχή, με τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την παχυσαρκία να αποκτούν πλέον σημαντική θέση και στην καρδιολογία. Ο οικογενειακός γιατρός αναδεικνύεται σε κρίσιμο κρίκο της παρακολούθησης των ασθενών, ενώ ο ίδιος ο ασθενής καλείται να αναλάβει έναν ενεργότερο ρόλο στη διαχείριση της νόσου του. Αυτές οι σημαντικές εξελίξεις αναλύθηκαν από την επίκουρη καθηγήτρια Καρδιολογίας και Καρδιακής Ανεπάρκειας της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, Χριστίνα Χρυσοχόου.

Οι εξελίξεις στην καρδιολογία

Η κυρία Χριστίνα Χρυσοχόου, η οποία είναι επίσης υπεύθυνη της Μονάδας Καρδιακής Ανεπάρκειας του Ιπποκρατείου, παραχώρησε συνέντευξη στο Πρακτορείο Fm, όπου αναφέρθηκε στις σημαντικότερες εξελίξεις στον τομέα της καρδιακής ανεπάρκειας. Η συνέντευξη δόθηκε με αφορμή το συνέδριο Καρδιακής Ανεπάρκειας, το οποίο ξεκίνησε την Πέμπτη 8 Οκτωβρίου.

Το συνέδριο διεξάγεται στο Αμφιθέατρο του Ιπποκρατείου και διοργανώνεται από τη Μονάδα Καρδιακής Ανεπάρκειας της Α΄ Πανεπιστημιακής Καρδιολογικής Κλινικής. Η διοργάνωση γίνεται σε συνεργασία με την Ελληνική Εταιρεία Μελέτης Εφαρμογών Πληροφορικής Υγείας, αναδεικνύοντας τη διεπιστημονική προσέγγιση στη διαχείριση της νόσου.

Ο ρόλος των νέων φαρμάκων για την παχυσαρκία

Σύμφωνα με την κυρία Χρυσοχόου, τα νεότερα φάρμακα που προορίζονται για την παχυσαρκία, όπως η σεμαγλουτίδη και η τιρζεπατίδη, φαίνεται να διευρύνουν πλέον το πεδίο εφαρμογής τους. Ξεπερνούν τα αρχικά όρια της αντιμετώπισης του σακχαρώδους διαβήτη και της απλής απώλειας βάρους, αποκτώντας μια ευρύτερη θεραπευτική αξία.

Οι μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί τα τελευταία χρόνια έχουν δείξει ότι αυτά τα φάρμακα διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στο ευρύτερο καρδιομεταβολικό σύνδρομο. Η συμβολή τους είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτη σε συγκεκριμένες κατηγορίες ασθενών με καρδιακή ανεπάρκεια.

Για ποιους ασθενείς υπάρχει ισχυρή ένδειξη

Η ισχυρή ένδειξη για τη χρήση αυτών των φαρμάκων αφορά ασθενείς που πάσχουν από καρδιακή ανεπάρκεια με διατηρημένο κλάσμα εξώθησης. Αυτό σημαίνει ότι πρόκειται για άτομα των οποίων το κλάσμα εξώθησης της καρδιάς είναι πάνω από 50%. Αυτή η κατηγορία ασθενών αντιπροσωπεύει ένα μεγάλο ποσοστό του συνόλου των πασχόντων από καρδιακή ανεπάρκεια.

Πέρα από το διατηρημένο κλάσμα εξώθησης, οι ασθενείς αυτοί θα πρέπει να εμφανίζουν παράλληλα καρδιομεταβολικό σύνδρομο και δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ) πάνω από 30. Για αυτή την ειδική ομάδα, οι νεότερες κατευθυντήριες οδηγίες παρέχουν πλέον ισχυρή σύσταση για τη χορήγηση των εν λόγω φαρμάκων.

Τα οφέλη της θεραπείας

Η χορήγηση των φαρμάκων αυτών συνδέεται με πολλαπλά οφέλη για τους ασθενείς. Συγκεκριμένα, οι ενδείξεις δείχνουν μείωση του καρδιαγγειακού κινδύνου και βελτίωση της πορείας της καρδιακής ανεπάρκειας. Παράλληλα, παρατηρείται μείωση των επανεισαγωγών στα νοσοκομεία, γεγονός που συνεισφέρει σημαντικά στην ποιότητα ζωής των ασθενών.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, υπάρχουν ενδείξεις ακόμα και για μείωση της θνητότητας. Φαίνεται ότι αυτά τα φάρμακα βελτιώνουν τη λειτουργία των αγγείων, κάτι που με τη σειρά του οδηγεί σε βελτίωση της καρδιακής παροχής και της συνολικής ποιότητας ζωής των ασθενών, πέρα από την απώλεια του σωματικού βάρους που επιφέρουν.

Ο ρόλος του γιατρού και η σημασία της αλλαγής συμπεριφοράς

Η καθηγήτρια Χρυσοχόου υπογραμμίζει ότι η χορήγηση των φαρμάκων για την παχυσαρκία απαιτεί προσεκτική αξιολόγηση από τον γιατρό. Ο θεράπων ιατρός οφείλει να λαμβάνει πλήρες ιστορικό του ασθενούς και να ελέγχει τις τυχόν συνοσηρότητες, οι οποίες ενδέχεται να αποτελούν λόγο αποκλεισμού από τη συγκεκριμένη θεραπεία. Επιπλέον, σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και το ψυχολογικό προφίλ του ασθενούς.

Το ζητούμενο, όπως εξηγεί η κυρία Χρυσοχόου, δεν είναι απλώς η προσωρινή απώλεια βάρους. Ο ασθενής θα πρέπει να αξιοποιεί την περίοδο κατά την οποία μειώνεται η πείνα και το βάρος του, ώστε να εκπαιδευτεί σε έναν πιο υγιεινό τρόπο διατροφής και άσκησης. Η διακοπή της θεραπείας συχνά συνοδεύεται από επαναφορά της πείνας και του βάρους, γι’ αυτό και η αλλαγή συμπεριφοράς αποτελεί κρίσιμο μέρος της συνολικής αντιμετώπισης της νόσου. Ο οικογενειακός γιατρός διαδραματίζει κεντρικό ρόλο σε αυτή την παρακολούθηση και εκπαίδευση.

Με πληροφορίες από: Topontiki