Μια νέα μελέτη, η οποία διεξήχθη σε 71.300 παιδιά, καταγράφει σημαντικές αλλαγές στον τρόπο που τίθενται οι διαγνώσεις αυτισμού και διαταραχής ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ). Η έρευνα υποδηλώνει ότι η σημαντική αύξηση των διαγνώσεων αυτών τα τελευταία χρόνια μπορεί να σχετίζεται όχι μόνο με τη μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση και την καλύτερη πρόσβαση σε αξιολόγηση, αλλά και με μια μεταβολή στο προφίλ των παιδιών που λαμβάνουν διάγνωση. Συγκεκριμένα, τα παιδιά που διαγιγνώσκονται σήμερα με αυτισμό ή ΔΕΠΥ μοιάζουν περισσότερο με τους συνομηλίκους τους που δεν έχουν λάβει αυτές τις διαγνώσεις, υποδηλώνοντας μια διεύρυνση του φάσματος των περιπτώσεων που πλέον αναγνωρίζονται.
Η αύξηση των διαγνώσεων την τελευταία δεκαετία
Ερευνητές του Πανεπιστημίου του Aarhus εξέτασαν περίπου 71.300 παιδιά που διαγνώστηκαν με αυτισμό ή ΔΕΠΥ μεταξύ του 2012 και του 2022. Κατά τη διάρκεια αυτής της δεκαετίας, ο ετήσιος αριθμός των διαγνώσεων αυξήθηκε σημαντικά, από 4.944 σε 9.179, γεγονός που αντιστοιχεί σε μια αύξηση της τάξης του 86%.
Ανάλογες τάσεις έχουν παρατηρηθεί και σε άλλες χώρες, όπως στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου οι διαγνώσεις ΔΕΠΥ έχουν αυξηθεί δραματικά τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Οι παραπομπές σε ειδικούς για ΔΕΠΥ στο Ηνωμένο Βασίλειο αυξήθηκαν κατά περίπου 20% το πιο πρόσφατο έτος για το οποίο υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία. Προηγούμενη έρευνα είχε επίσης καταγράψει μια εντυπωσιακή αύξηση 787% στις διαγνώσεις αυτισμού μεταξύ του 1998 και του 2018.
Αλλαγή στο προφίλ των διαγνωσμένων παιδιών
Η μεγάλη δανική μελέτη, η οποία δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό JAMA Psychiatry, διαπίστωσε ότι τα παιδιά που διαγιγνώσκονται με αυτισμό ή ΔΕΠΥ γίνονται, ως προς μια σειρά μετρήσιμων χαρακτηριστικών, όλο και πιο παρόμοια με τα παιδιά που δεν λαμβάνουν αυτές τις διαγνώσεις. Αυτό σημαίνει ότι το προφίλ των παιδιών που λαμβάνουν διάγνωση έχει διαφοροποιηθεί με την πάροδο του χρόνου.
Οι ερευνητές τονίζουν ότι τα ευρήματα αυτά δεν υποδηλώνουν ότι ο αυτισμός ή η ΔΕΠΥ έχουν γίνει λιγότερο σοβαρές διαταραχές, ούτε ότι οι σημερινές διαγνώσεις δεν είναι έγκυρες. Αντιθέτως, μπορεί να αντανακλούν τη διάγνωση ενός ευρύτερου φάσματος παιδιών, το οποίο συμπεριλαμβάνει πλέον περισσότερες περιπτώσεις με ηπιότερα χαρακτηριστικά.
Παράγοντες που χάνουν την προγνωστική τους αξία
Η μελέτη έδειξε επίσης ότι παράγοντες που παλαιότερα συνδέονταν ισχυρότερα με τις δύο διαταραχές, όπως το χαμηλό βάρος γέννησης και το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο, φαίνεται να έχουν πλέον μικρότερη προγνωστική αξία. Το 2012, για παράδειγμα, τα παιδιά με χαμηλό βάρος γέννησης είχαν 54% υψηλότερες πιθανότητες να διαγνωστούν με αυτισμό ή ΔΕΠΥ σε σύγκριση με εκείνα που είχαν φυσιολογικό βάρος.
Ωστόσο, το 2022, αυτή η διαφορά είχε περιοριστεί σημαντικά, φτάνοντας μόλις το 17%. Παρόμοια μεταβολή καταγράφηκε και στο κοινωνικοοικονομικό προφίλ, ιδίως όσον αφορά τη ΔΕΠΥ. Το 2012, περίπου 1 στα 4 παιδιά που έλαβαν διάγνωση είχε μητέρα με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο.
Πιθανές εξηγήσεις και ερευνητική προσέγγιση
Οι πιθανές εξηγήσεις για την αύξηση των διαγνώσεων περιλαμβάνουν τη μεγαλύτερη ενημέρωση του κοινού, την καλύτερη αναγνώριση των συμπτωμάτων από τους επαγγελματίες υγείας, τις αλλαγές στις διαγνωστικές πρακτικές, καθώς και τη διεύρυνση των ορισμών των διαταραχών. Οι Δανοί επιστήμονες, πέρα από αυτές τις γενικές εξηγήσεις, θέλησαν να εξετάσουν εάν έχει όντως αλλάξει το προφίλ των παιδιών που διαγιγνώσκονται.
Για τον σκοπό αυτό, η ερευνητική ομάδα ανέλυσε 19 διαφορετικά χαρακτηριστικά. Μεταξύ αυτών ήταν το οικογενειακό εισόδημα, το μορφωτικό επίπεδο και η υγεία των γονέων, η ηλικία τους κατά τη γέννηση του παιδιού, το αν ζούσαν μαζί, καθώς και η προηγούμενη χρήση υπηρεσιών γιατρών ή ψυχολόγων.
Με πληροφορίες από: ygeiamou.gr