Μια νέα επιστημονική μελέτη φέρνει στο φως σημαντικά δεδομένα σχετικά με τα οφέλη του περπατήματος για την υγεία. Σύμφωνα με τα ευρήματα, η ένταση της βάδισης είναι εξίσου καθοριστική με τον συνολικό αριθμό των καθημερινών βημάτων, όσον αφορά τη μείωση του κινδύνου θανάτου από κάθε αιτία, καθώς και από καρδιαγγειακά νοσήματα. Αυτό υποδηλώνει ότι ένας ταχύτερος ρυθμός περπατήματος μπορεί να προσφέρει αντίστοιχα οφέλη για την υγεία, ακόμα και σε σύγκριση με μεγαλύτερες σε διάρκεια αλλά πιο αργές βόλτες.
Νέα δεδομένα για τη φυσική δραστηριότητα
Ο αριθμός των καθημερινών βημάτων έχει καθιερωθεί ως ένας από τους πιο απλούς και διαδεδομένους τρόπους καταγραφής της φυσικής δραστηριότητας. Ωστόσο, η πρόσφατη μελέτη αναδεικνύει την ένταση της βάδισης ως έναν εξίσου σημαντικό παράγοντα για την υγεία. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι ένας ταχύτερος ρυθμός περπατήματος συνδέεται άμεσα με χαμηλότερο κίνδυνο θανάτου, τόσο από γενικές αιτίες όσο και ειδικότερα από καρδιαγγειακά νοσήματα.
Τα αποτελέσματα αυτά, όπως δημοσιεύονται από την εφημερίδα The Independent, υπογραμμίζουν ότι η ποιότητα της άσκησης, δηλαδή η ένταση, μπορεί να είναι εξίσου ή και περισσότερο καθοριστική από την ποσότητα, δηλαδή τον αριθμό των βημάτων, για την επίτευξη ουσιαστικών οφελών για την υγεία.
Τα οφέλη του γρήγορου ρυθμού
Η μελέτη έδειξε ότι το περπάτημα με πιο γρήγορο ρυθμό μπορεί να προσφέρει τα ίδια οφέλη για την υγεία που προσφέρουν οι μεγαλύτερες σε διάρκεια, αλλά πιο αργές βόλτες. Αυτό σημαίνει ότι δεν έχει σημασία μόνο ο συνολικός αριθμός των βημάτων που πραγματοποιεί κάποιος καθημερινά, αλλά και η ένταση με την οποία αυτά τα βήματα γίνονται.
Για παράδειγμα, οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι 80 βήματα το λεπτό, ακόμα και με λιγότερα από 5.000 συνολικά βήματα την ημέρα, μπορούν να είναι εξίσου ευεργετικά για τον οργανισμό με το να κάνει κάποιος 5.000 έως 7.500 βήματα με έναν πιο αργό ρυθμό, περίπου 60 βήματα το λεπτό. Αυτή η διαπίστωση προσφέρει μια νέα οπτική για το πώς μπορούμε να μεγιστοποιήσουμε τα οφέλη της καθημερινής μας κίνησης.
Η μεθοδολογία της έρευνας
Για την αξιολόγηση της επίδρασης του περπατήματος στον κίνδυνο θνησιμότητας από κάθε αιτία, οι ερευνητές παρακολούθησαν μια μεγάλη ομάδα ατόμων. Συγκεκριμένα, συμμετείχαν σχεδόν 65.000 άτομα, με μέση ηλικία τα 61 έτη. Οι συμμετέχοντες φορούσαν ειδικές συσκευές καταγραφής φυσικής δραστηριότητας, γνωστές ως trackers, για ένα διάστημα επτά ημερών, προκειμένου να καταγραφούν με ακρίβεια τα δεδομένα τους.
Παράλληλα, παρακολουθήθηκε και μια ξεχωριστή ομάδα, που αποτελούνταν από περίπου 70.000 άτομα. Σκοπός αυτής της επιπλέον παρακολούθησης ήταν να προσδιοριστεί ειδικά ο κίνδυνος θανάτου που σχετίζεται με καρδιαγγειακές παθήσεις. Στην αρχή της μελέτης, ο ημερήσιος αριθμός βημάτων των συμμετεχόντων είχε χωριστεί σε τέσσερις διαφορετικές κατηγορίες, ενώ οι ερευνητές κατέγραψαν και τον μέγιστο σταθερό ρυθμό βάδισης του κάθε συμμετέχοντος κατά τη διάρκεια της πιο δραστήριας περιόδου των 30 λεπτών της ημέρας του.
Ανάλυση δεδομένων και βασικά ευρήματα
Την ανάλυση των συγκεντρωθέντων δεδομένων ανέλαβαν ειδικοί από το Πανεπιστήμιο Monash της Αυστραλίας. Εξέτασαν λεπτομερώς τα στοιχεία που αφορούσαν τη θνησιμότητα από κάθε αιτία, καθώς και τη θνησιμότητα που προερχόταν από καρδιαγγειακά νοσήματα, καλύπτοντας ένα διάστημα παρακολούθησης περίπου οκτώ ετών.
Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, καταγράφηκαν συνολικά 1.697 θάνατοι. Από αυτούς, οι 502 θάνατοι σχετίζονταν άμεσα με καρδιαγγειακές παθήσεις. Η ανάλυση των δεδομένων αποκάλυψε ένα σαφές μοτίβο: ο κίνδυνος θανάτου ήταν σημαντικά χαμηλότερος μεταξύ των ατόμων που περπατούσαν με γρήγορο ρυθμό. Συγκεκριμένα, όσοι διατηρούσαν ρυθμό τουλάχιστον 80 βημάτων το λεπτό εμφάνισαν μειωμένο κίνδυνο, ακόμα και στην περίπτωση που ο συνολικός τους ημερήσιος αριθμός βημάτων ήταν λιγότερος από 5.000.
Με πληροφορίες από: Enikos