«Ο Γιώργος είναι 14 χρόνων και έχουμε αρχίσει από πέρυσι να τον αφήνουμε μόνο του στο σπίτι. Ξεκινήσαμε σταδιακά και όσο περνάει ο καιρός αυξάνονται οι ώρες χωρίς την παρουσία μας αλλά και οι ευθύνες που αναλαμβάνει. Γυρίζει πλέον από το σχολείο και ενώ εγώ και η μητέρα του είμαστε στη δουλειά, φτιάχνει το φαγητό του και αρχίζει διάβασμα» λέει στα «ΝΕΑ» ο κ. Μιχάλης
Πριν να πάρουν την απόφαση με τη σύζυγό του να αφήσουν τον 13χρονο τότε γιο τους μόνο στο σπίτι συζήτησαν διεξοδικά τόσο μεταξύ τους όσο και μαζί του. «Κουβεντιάσαμε για το πώς θα πρέπει να οργανώνει τον χρόνο του, ώστε να μη χαζεύει αλλά και τους τρόπους με τους οποίους θα αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα ή ανάγκη προκύψει» αναφέρει. Συμπληρώνει δε πως «τα τηλέφωνά μας είναι πάντα ανοιχτά και στην πολυκατοικία υπάρχει μια οικογένεια φίλων με παιδιά στην ίδια ηλικία με τον Γιώργο, που ξέρει ότι μπορεί να χτυπήσει το κουδούνι τους ανά πάσα στιγμή για ό,τι χρειαστεί».
Το δίλημμα αν μπορούν να μείνουν ή όχι μόνα στο σπίτι τα παιδιά και πότε το αντιμετωπίζουν όλοι οι γονείς. Σύμφωνα με τους ειδικούς πάντως δεν υπάρχει κανόνας για το πότε μπορεί να γίνεται αυτό με ασφάλεια, αφού το πότε θα μείνει τελικά το παιδί χωρίς την επιτήρηση ενηλίκων είναι συνάρτηση πολλών παραμέτρων. Όπως λέει ο κ.Δελαπόρτας «τα παιδιά πρέπει από νωρίς να ανεξαρτητοποιούνται και για τον λόγο αυτό ενθαρρύνω τον Γιώργο από πολύ μικρή ηλικία να κάνει πράγματα μόνος του και να αναλαμβάνει ευθύνες. Έτσι το να μένει μόνος στο σπίτι είναι ακόμη μία καλή άσκηση».
Σύμφωνα με την ψυχοθεραπεύτρια και οικογενειακή σύμβουλο κ. Έφη Σαρηγιαννίδου: «Είναι δύσκολο να προσδιορίσει κανείς την κατάλληλη ηλικία για να μένουν τα παιδιά μόνα τους στο σπίτι. Παίζουν πολλοί παράγοντες ρόλο στη λήψη αυτής της απόφασης εκ μέρους των γονιών». Για την κ. Σαρηγιαννίδου ο κυριότερος είναι η ωριμότητα που έχει το παιδί, η οποία σε γενικές γραμμές ποικίλλει από το ένα στο άλλο. Μετά ακολουθεί η εκπαίδευση που έχει γίνει από τον γονιό, αν δηλαδή από μικρή ηλικία τού έχει μάθει να είναι υπεύθυνο και να αναλαμβάνει δραστηριότητες. Και βεβαίως μεγάλη σημασία έχει το περιβάλλον. Αν δηλαδή τόσο το ίδιο σπίτι όσο και η γειτονιά είναι ασφαλή. «Ειδικά με τον όρο ασφαλή εννοούμε να υπάρχει είτε κάποιο συγγενικό πρόσωπο είτε κάποιος άνθρωπος της οικογένειας κοντά, ακόμη και στη διπλανή πόρτα, στον οποίο να μπορεί να απευθυνθεί το παιδί αν φοβηθεί ή αν τύχει κάτι» τονίζει.
Προσθέτει δε ότι «εξίσου σημαντικό είναι να έχουν την ικανότητα οι γονείς να διακρίνουν σωστά τι μπορεί και τι δεν μπορεί να κάνει το παιδί τους, ώστε να κρίνουν αν μπορούν να το αφήσουν μόνο στο σπίτι ή όχι. Επιπλέον σημασία έχει τόσο η στιγμή της ημέρας που θα απουσιάσουν όσο και η διάρκεια της εξόδου τους. Για παράδειγμα αρκετά παιδιά με εργαζόμενους γονείς γυρίζουν σπίτι και μένουν μόνα για κάποιες ώρες μέχρι να επιστρέψουν από τη δουλειά η μαμά και ο μπαμπάς. Αυτό είναι όχι απλώς αναπόφευκτο, αλλά αποδεικνύεται και μια πολύ καλή άσκηση υπευθυνότητας. Ωστόσο το να αφήνεις ένα παιδάκι μόνο του τη νύχτα είναι πολύ διαφορετικό, οι κίνδυνοι πρακτικά και θεωρητικά είναι περισσότεροι. Πρέπει να βρίσκεται σε εφηβική ηλικία και παράλληλα να έχει εκπαιδευθεί να αντιδράσει σωστά αν τύχει κάτι».
Οι γείτονες είναι σύμμαχοι
ΤΗ ΣΗΜΑΣΙΑ της εκπαίδευσης των παιδιών προκειμένου να μένουν μόνα στο σπίτι τονίζει και η οικογενειακή σύμβουλος κ. Ευτυχία Παπατζανάκη, επισημαίνοντας όμως ότι και οι ίδιοι οι γονείς θα πρέπει να έχουν εκπαιδευθεί γι΄ αυτή τη διαδικασία. «Η οικογένεια θα πρέπει να έχει δημιουργήσει ένα κοινωνικό δίκτυο, με απλά λόγια να μπορεί να χτυπήσει το κουδούνι του διπλανού και να ζητήσει οποιαδήποτε βοήθεια. Είναι σημαντικό να έχει δομήσει σχέσεις εμπιστοσύνης με τους γύρω και να είναι ανοιχτή». Παράλληλα, υποστηρίζει ότι και οι γονείς οφείλουν να τιθασεύσουν τους φόβους και τις ανασφάλειές τους, ώστε να έχουν την ευχέρεια να εκπαιδεύσουν τα παιδιά τους στην αυτονομία.
Όπως λέει η κ. Παπατζανάκη, «είναι πολύ καλό τα παιδιά από την ηλικία των 13 ή 14 και μετά, να μένουν μόνα στο σπίτι, γεγονός που συμβάλλει στη διαμόρφωση ενός ώριμου αλλά και ανεξάρτητου χαρακτήρα. Ωστόσο αυτό πρέπει να γίνεται κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις». Και η κυριότερη προϋπόθεση; «Να έχουν δημιουργήσει στο παιδί την αίσθηση της ασφάλειας, εκπαιδεύοντάς το να δύναται να ζητήσει βοήθεια. Να γνωρίζει ότι μπορεί να στραφεί κάπου αν αντιμετωπίσει ένα πρόβλημα. Για παράδειγμα, να γνωρίζει ότι τα κινητά τηλέφωνα των γονιών του είναι πάντα ανοιχτά και αυτοί διαθέσιμοι. Να ξέρει επίσης τα τηλέφωνα ανάγκης, όπως το 100, ή τα τηλέφωνα των γειτόνων».