Μάνα μου είναι, ξέρεις τι πέρασε για να με μεγαλώσει;

❤️ Αυτό το άρθρο άρεσε σε 8135 άτομα
Μάνα μου είναι, ξέρεις τι πέρασε για να με μεγαλώσει;

Πότε ήταν η τελευταία φορά που ζήλεψα άνθρωπο; Πριν τρεις μέρες, την ξαδέλφη μου, τη Ρούλα.

Βαρβάρα, δηλαδή αλλά επειδή το όνομα διώχνει τους άντρες όπως το Vapona τους σκόρους, το έκανε Ρούλα, όπως της πάλαι ποτέ εθνικής παρουσιάστριας.

Έτσι είναι αυτά, κάθε εποχή με τη μόδα της. Το ’60 γέμισε το ληξιαρχείο Αθηνών από «Αλίκες», το ’90 γέμισαν οι ταμπέλες από Ρούλες – κομμωτριούλες.

Η Ρούλα – Βαρβαρούλα λοιπόν με πήρε στο τηλέφωνο και μου ανακοίνωσε περιχαρής πως ξαναπαντρεύεται! Ο νέος – μεσήλικας- καλός της, έκανε επιτέλους την πολυπόθητη πρόταση.

Όχι, δεν ζήλεψα επειδή παντρεύεται αλλά επειδή ο αρραβωνιάρης έχει ένα τέτοιο πλεονέκτημα, που είναι σαν να κέρδισες την πεντάδα του λαϊκού λαχείου μετά από τριπλό τζακ – ποτ!

Το κουρασμένο παλικάρι είναι ορφανό και μοναχοπαίδι με μια θεία στη Γερμανία και δύο ξαδέλφια που ζουν στο Βέλγιο! Δηλαδή χωρίς οικογένεια εντός των συνόρων!
Κακά τα ψέματα, όταν παντρεύεσαι τον άντρα των ονείρων σου ξεχνάς πως την ίδια ώρα παντρεύεσαι και την οικογένεια του και πως το όνειρο σε μια τόσο δα στιγμούλα γίνεται ο χειρότερος σου εφιάλτης.

Και αυτόν τον εφιάλτη η Ρούλα τον γνώριζε καλά. Στον πρώτο της γάμο, ο πρώην αγαπημένος της, Άκης, ήταν μοναχογιός, με μεγαλύτερη ανέραστη αδελφή, την Ευτυχία, που ευτυχία είχε να δει πριν μπούμε στο ευρώ, και μάνα χήρα, που φρόντιζε να υπενθυμίζει σε κάθε ευκαιρία πως έχυσε αίμα για να αναστήσει τον κανακάρη της.

Τα ταμπούρλα του πολέμου ήχησαν από τις προετοιμασίες του γάμου. Αφού το έθιμο θέλει την οικογένεια του γαμπρού να πληρώνει το νυφικό, η πεθερά, η Πόπη με το όνομα, χωρίς περιστροφές και τσιριμόνιες απαίτησε να είναι παρούσα στην επιλογή του.

«Πολύ φτηνό, θα μας πιάσει ο κόσμος στο στόμα του», «πολύ ακριβό, τι νομίζεις τον Βαρδινογιάννη παίρνεις και θέλεις νυφικό κεντημένο», «πολύ κοντό, νύφη ντύνεσαι όχι καλεσμένη στο «Βράδυ με τον Πέτρο Κωστόπουλο», «πολύ μακρύ, α πα πα, αυτό θέλει αεράτη κοπέλα για να δείξει, να σαν την Ευτυχούλα μου, δεν κάνει για σένα», «όλο το στήθος έξω, ο παπάς είναι γνωστός μας, θα μας ντροπιάσεις εσύ;», «το σωστό νυφικό είναι άσπρο, τι ιβουάρ και ρεζερβουάρ μουρμουράς κοπέλα μου» και η λίστα τελειωμό δεν έχει!

Και όπως όλα τα κακά είναι να μην γίνει η αρχή, μετά γίνεται χιονοστιβάδα. Η πεθερά είχε λόγο στα πάντα. Τζάμπα αγόραζε τα περιοδικά η Ρούλα με μπομπονιέρες και προσκλητήρια. Η πεθερά είχε για όλα τη λύση «ξέρω εγώ μια αποθήκη στο Περιστέρι, τίποτα δεν θα μας στοιχίσει, θα τα αγοράσουμε όλα, τούλια, κορδέλες, κουφέτα χονδρική και θα τις φτιάξουμε μόνες τις μπουμπουνιέρες. Τρεις αδελφές και μια μάνα έχεις, ας κάνουν και αυτές κάτι! Όλο εγώ τρέχω! Χαλάλι, για την ευτυχία του παιδιού μου εγώ…» και να και το μαντήλι να βγαίνει από την τσάντα την κατάλληλη ώρα, να μαζέψει το δάκρυ, που ήταν έτοιμο να τρέξει ανά πάσα στιγμή και λειτουργούσε όπως το Καλμόλ, «δια πάσα νόσο»!

Η μεγαλύτερη τραγωδία παίχτηκε όταν ήρθε η ώρα για τα προσκλητήρια. Η Ρούλα κομμώτρια μεν αλλά με σεμινάριο στην Ιταλία παρακαλώ, ήταν της μίνιμαλ αισθητικής. «Θα πατήσω πόδι, το προσκλητήριο θα γίνει όπως το θέλω ΕΓΩ!» ωρυόταν η Ρούλα και σχεδόν με είχε πείσει πως η αυτοκρατορία της πεθεράς, έφτανε στο τέλος της.

Μοίρα μας έδεσε κοινή, στα πρώτα βήματά μας
και σ' έναν πάπυρο παλιό γράψαμε τα ονόματά μας!
Υπόσχεση παντοτινή θα δώσουμε οι δυο μας
οι δυσκολίες της ζωής μην είναι εμπόδιό μας,
να αγαπιόμαστε πολύ μέσα από την καρδιά μας
με αγάπη να τα λύνουμε τα όποια προβλήματά μας.
Και σαν περάσει ο καιρός τα χρόνια σαν διαβούνε
ήταν ζευγάρι ταιριαστό, όλοι για μας θα πούνε...
Καλούμε φίλους, συγγενείς για να μας ευχηθούνε
και τις μεγάλες μας χαρές από κοντά να δούνε...

Αυτό ήταν το «μίνιμαλ» κείμενο, που συνόδευε το προσκλητήριο. Με την απειλή «αν δεν είναι αυτό το κείμενο εγώ το σόι μου δεν το καλώ, να πάτε να παντρευτείτε μόνοι σας» η Ρούλα υπέκυψε. Και η πεθερά έστειλε προσκλητήρια σε όλο το σόι της. Δεν έμεινε νομός και χωριό στην επικράτεια, που να μην κυκλοφόρησε το προσκλητήριο.

Σαν φέιγ βολάν, που διαφήμιζε παράσταση του Καραγκιόζη, τα έστελνε. Μέχρι και την πρώτη της σπιτονοικοκυρά στο Γαλάτσι θυμήθηκε και της έστειλε, που ήταν πια 80αρα με προχωρημένη άνοια και είναι βέβαιο πως δεν θυμόταν το όνομα της, όχι την κυρά Πόπη.

Τα ίδια και χειρότερα έγιναν στην επιλογή επίπλων, οικιακών συσκευών, είδη προικός, στο κέντρο που θα φιλοξενούσε τη δεξίωση μετά τον γάμο κλπ. Και το ερώτημα, που αυθόρμητα προκύπτει, είναι ο γαμπρός τη στάση κρατούσε σε αυτή την επέλαση.
Με ύφος Μεγάλης Παρασκευής, ο Άκης δήλωνε σαν άλλος Ξανθόπουλος, «Μάνα μου είναι, ξέρεις τι πέρασε για να με μεγαλώσει, να με σπουδάσει; Να την πικράνουμε;»

«Τι πέρασε ρε φίλε δηλαδή για να σε μεγαλώσει; Ό,τι περνάνε όλες οι μανάδες του κόσμου!» ήθελε να ουρλιάξει τραβώντας του δυο ξανάστροφες για να συνέλθει η Ρούλα. Αλλά αντί για αυτό της βγήκε ένα παθητικό «Καλά, μωρό μου, μη στεναχωριέσαι. Να παραγγείλουμε να φας;». Ήταν τέτοια η στεναχώρια του Άκη, που σταμάτησε στα 4 διπλόπιτα, συνήθως τερμάτιζε την πίστα στα 6, ζωή να’χει ο μοσχαναθρεμμένος!

Τη δε μέρα του γάμου, την χαρούμενη ατμόσφαιρα περιέγραφε η εμφάνιση της Πόπης με μια άθλια, μαδημένη, λούτρινη γούνα, δώρο του μακαρίτη, και η συνεχόμενη παράκληση και ταυτόχρονα υπενθύμιση του φωτογράφου στην κυρά Πόπη «χαμογελάστε κυρία μου, χαμογελάστε, τον γιο σας παντρεύετε»

Στη δεξίωση τα βλέμματα, που αντάλλασαν πεθερά και νύφη, ήταν φονικά! Είχα την αίσθηση πως η Ρούλα αντί για το «Ωραία είναι η νύφη μας, ωραία τα προικιά της» ήθελε να χορέψει τον χορό του Ζαλόγγου, να πετάξει από την ψηλότερη βουνοκορφή την πεθερά της, στη συνέχεια να χορεύει ως μέλος της φυλής των Απάτσι σε έκσταση πάνω από τ οάψυχο κορμί της και μετά να πάρει το σκαλπ του γιου της!

Επιστρέφοντας από τον μήνα του μέλιτος, η πεθερά δεν κοίταζε τη Ρούλα στα μάτια αλλά στην κοιλιά. «Εγώ έμεινα έγκυος την πρώτη νύχτα απ’τον Γιώργο μου» έλεγε και ξαναέλεγε στο καθιερωμένο, βασανιστικά βαρετό και ατελείωτο κυριακάτικο γεύμα «και ο Άκης μου φτυστός ο πατέρας του είναι αλλά…» και σταμάταγε την πρόταση με έναν βαθύ αναστεναγμό απογοήτευσης κοιτάζοντας απαξιωτικά τη Ρούλα, που με τη σειρά της κοίταζε τον Άκη, περιμένοντας ο αγαπημένος της, ο γαλάζιος πρίγκιπας της να αντιδράσει.

Ναι, αντέδρασε ο Άκης με ένα μακρόσυρτο ρέψιμο, χαλάρωμα τη ζώνης, μια λαδιά στο πουκάμισο και την κλασική ατάκα μαμακοθρεμένου γομαριού «α, ρε μάνα ευτυχώς που’χουμε και εσένα και τρώμε κάνα φαγητό της προκοπής». Τίποτα άλλο δεν είχε καταφέρει να του αποσπάσει την προσοχή, μόνο όταν τελείωσε το καρβέλι με το ψωμί και τη σάλτσα, σήκωσε το τετράποδο τη μουσούδα του.

Και έτσι κύλαγε ο καιρός. Με γκρίνια, μούντζες, κατάρες, υστερικά κλάματα, τελεσίγραφα του τύπου «ή αυτή ή εγώ» και δηλώσεις τύπου «αυτή θα με πεθάνειειειειεει, αυτή θα γράψει το τέλος μουουουουουουου, ααααααααααχχχχχχχ για αυτό σε μεγάλωνα εγώ παιδί μουουουουουου, τέτοια περίμενα εγώωωωωωωωωω», το διαζύγιο, που βγήκε έναν χρόνο μετά, ήταν απλά το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου.

Κορίτσια, άντε και στα δικά μας οι λεύτερες….

Ασπασία strikes back….

Τύφλα να έχει ο τελικός του Dancing on Ice!

Ακολουθήστε το Madata.GR στο Google News Madata.GR in Google News

Δείτε ακόμα