Η αποφυλάκιση του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου, του καταδικασμένου ηγέτη της τρομοκρατικής οργάνωσης «17 Νοέμβρη», φέρνει ξανά στο προσκήνιο τη σκοτεινή δράση της οργάνωσης. Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε την έντονη αντίδραση της Τουρκίας, ενώ παράλληλα άνοιξε το κουτί των αναμνήσεων για τους ανθρώπους που έζησαν την εξάρθρωσή της από πρώτο χέρι.
Διπλωματικό επεισόδιο με την Άγκυρα: «Μεγάλη ασέβεια»
Η απόφαση για την αποφυλάκιση του Γιωτόπουλου –ο οποίος είχε καταδικαστεί σε 17 φορές ισόβια και 25 χρόνια κάθειρξη– προκάλεσε την άμεση και οργισμένη αντίδραση του τουρκικού Υπουργείου Εξωτερικών. Η Άγκυρα εξέδωσε μια ιδιαίτερα σκληρή ανακοίνωση, χαρακτηρίζοντας την εξέλιξη «απαράδεκτη».
Η τουρκική πλευρά συνδέει ευθέως τον Γιωτόπουλο με τις δολοφονικές επιθέσεις της οργάνωσης εναντίον Τούρκων διπλωματών στην Αθήνα κατά τη δεκαετία του '90. Συγκεκριμένα, η ανακοίνωση αναφέρεται στις υποθέσεις των:
- Τσετίν Γκιουργκού (1991): Ακόλουθος Τύπου της πρεσβείας (δολοφονία).
- Ντενίζ Μπολούκμπασι (1991): Σύμβουλος της πρεσβείας (απόπειρα δολοφονίας).
- Χαλίκ Σιπαχίογλου (1994): Σύμβουλος της πρεσβείας (δολοφονία).
«Η ανοχή που επιδεικνύεται σε αυτόν τον τρομοκράτη αποτελεί μεγάλη ασέβεια προς τη μνήμη των μαρτύρων διπλωματών μας και των οικογενειών τους. Καλούμε τις ελληνικές αρχές να απέχουν από μέτρα που εμποδίζουν την καταπολέμηση της τρομοκρατίας».
Θανάσης Κατερινόπουλος: Ο πόλεμος των δύο «αστυνομιών» και το κρυφό αρχείο
Την ίδια ώρα, ο ταξίαρχος εν αποστρατεία της Ελληνικής Αστυνομίας, Θανάσης Κατερινόπουλος, ο οποίος υπηρέτησε στην Αντιτρομοκρατική κατά την περίοδο αιχμής της οργάνωσης, προχώρησε σε αποκαλύψεις στην εκπομπή «Αποκαλύψεις» για το παρασκήνιο της εποχής.
Όπως εξήγησε, η δομή των διωκτικών αρχών άλλαξε ριζικά εξαιτίας της 17Ν. Μέχρι τη δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη, η Χωροφυλακή και η Αστυνομία Πόλεων βρίσκονταν σε μια ιδιότυπη κόντρα, κρύβοντας στοιχεία η μία από την άλλη. Η ενοποίηση των δύο σωμάτων το 1984 έγινε για αυτόν τον λόγο, αλλά τα αποτελέσματα άργησαν να φανούν.
«Ό,τι στοιχεία είχε η Χωροφυλακή δεν τα έδινε στην Αστυνομία Πόλεων και το αντίστροφο. Αξιωματικοί πήραν μυστικά στον τάφο τους. Όταν πέθανε ένας πρώην υπεύθυνος ασφαλείας, η γυναίκα του μας κάλεσε και βρήκαμε στο σπίτι ένα μάτσο δικογραφίες που δεν τις είχε παραδώσει στην υπηρεσία για να μην τις πάρουν συνάδελφοι από το άλλο σώμα», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η Αντιτρομοκρατική Υπηρεσία ιδρύθηκε τελικά το 1992, υπαγόμενη απευθείας στον Αρχηγό της ΕΛ.ΑΣ., μετά την πολιτική συνεννόηση των μεγάλων κομμάτων που ακολούθησε τη δολοφονία Μπακογιάννη. Ο κ. Κατερινόπουλος αποκάλυψε επίσης ότι οι αρχές αναζητούσαν τον Δημήτρη Κουφοντίνα από το 1984, όταν μετά από μια έκρηξη στην Πανόρμου, μάρτυρας είχε καταθέσει ότι ο νεαρός βομβιστής διέφυγε με όχημα που ανήκε στον «Λουκά» της 17Ν, όμως η υπόθεση δεν προχώρησε.
Το θρίλερ της εξάρθρωσης: «Δεν μιλάω σε πρεπόζιτα»
Περιγράφοντας τις ημέρες του Ιουνίου του 2002, μετά την έκρηξη της βόμβας στα χέρια του Σάββα Ξηρού στον Πειραιά, ο κ. Κατερινόπουλος έφερε στο φως άγνωστες πτυχές από τις ανακρίσεις:
- Ο φόβος του Σάββα Ξηρού: Κατά τη νοσηλεία του στον Ευαγγελισμό και τις πρώτες μεταφορές του, ο Σάββας Ξηρός βρισκόταν σε κατάσταση τρόμου. «Φοβόταν τον Κουφοντίνα και το έλεγε ευθέως. Φοβόταν μήπως μπει στο νοσοκομείο ή στο υπόγειο και τον τελειώσει για να του κλείσει το στόμα», δήλωσε ο έμπειρος αξιωματικός.
- Το τηλεφώνημα της γιαγιάς: Όταν ο Ξηρός άρχισε να μιλάει, βρέθηκε η πρώτη γιάφκα στην οδό Δαμάρεως στο Παγκράτι. Η δημοσιοποίηση των φωτογραφιών του οδήγησε σε ένα τηλεφώνημα μιας ηλικιωμένης γυναίκας από τα Πατήσια, η οποία αναγνώρισε τον Ξηρό και υπέδειξε στους αστυνομικούς τη δεύτερη γιάφκα της οργάνωσης στην οδό Πάτμου.
- Η ψυχραιμία του Γιωτόπουλου: Ο κ. Κατερινόπουλος περιέγραψε τη στιγμή που ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος μεταφέρθηκε με ελικόπτερο από τους Λειψούς στην Αντιτρομοκρατική, έχοντας συλληφθεί με το ψεύτικο όνομα «Μιχάλης Οικονόμου». Όταν οι αξιωματικοί επιχείρησαν να του μιλήσουν, εκείνος τους κοίταξε με απόλυτη ψυχραιμία και είπε τη φράση: «Δεν μιλάω σε πρεπόζιτα» (εννοώντας τους ανώτερους αξιωματούχους), αρνούμενος να πει οτιδήποτε άλλο.