Σοκ από το ECDC - Καμία χώρα δεν μπορεί να άρει την καραντίνα

Η κορύφωση της επιδημίας CoViD-19 δεν έχει ακόμη συμβεί στην Ευρώπη και καμία χώρα δεν είναι σε θέση να άρει όλα τα περιοριστικά μέτρα. Αυτό επισημαίνεται, μεταξύ άλλων, στην έκθεση αξιολόγησης κινδύνου για τον κορωνοϊό, που εκδόθηκε την Τετάρτη από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Νοσημάτων (ECDC).
Στην έκθεση τονίζεται πως επιδείνωση των δεικτών καταγράφεται στο Βέλγιο, στη Γαλλία, στην Ιταλία, στη Μάλτα, στην Ισπανία, στην Ελβετία και στο Ηνωμένο Βασίλειο, κυρίως στην ηλικιακή ομάδα 65 ετών και πάνω.
Οι ειδικοί υπογραμμίζουν πως τα αυστηρά μέτρα φυσικής απομάκρυνσης προκαλούν μεγάλη αναστάτωση στην κοινωνία, τόσο οικονομικά όσο και κοινωνικά. Υπάρχει συνεπώς σημαντικό ενδιαφέρον για τον ορισμό μιας υγιούς προσέγγισης της αποκλιμάκωσης.
Προειδοποιούν, ωστόσο, πως εάν η επίπτωση της λοίμωξης δεν μειωθεί σε πολύ χαμηλό επίπεδο, η μετάδοση θα συνεχιστεί έως ότου επιτευχθεί ένα όριο προστασίας του πληθυσμού:
"Με βάση τις τρέχουσες εκτιμήσεις, καμία χώρα δεν είναι κοντά στην επίτευξη του απαραίτητου ορίου προστασίας του πληθυσμού. Αυτό σημαίνει πως η διασπορά του ιού είναι αναμενόμενη, στην περίπτωση που τα περιοριστικά μέτρα αρθούν πολύ γρήγορα", αναφέρουν στην έκθεσή τους.
Απευθυνόμενοι στις εθνικές αρχές, σημειώνουν πως - ελλείψει εμβολίου - θα χρειαστεί να διατηρηθούν ορισμένα μέτρα φυσικής απομάκρυνσης, τουλάχιστον για μερικούς μήνες, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η ζήτηση για υγειονομική περίθαλψη δεν υπερβαίνει τη διαθεσιμότητα.

 

Περίπλοκη
Ενδιαφέρον έχει η εξής επισήμανση: οι εκτιμήσεις για την πορεία της επιδημίας θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη το γεγονός ότι οι αναφερόμενες νέες μολύνσεις σε μια δεδομένη ημέρα αντικατοπτρίζουν τα μέτρα που ίσχυαν περίπου μια εβδομάδα νωρίτερα. Oι θάνατοι που αναφέρθηκαν σε μια δεδομένη ημέρα αντικατοπτρίζουν την επιδημιολογική κατάσταση και τα μέτρα που εφαρμόζονται σε δύο τρεις εβδομάδες νωρίτερα.
Αυτή η χρονική υστέρηση περιπλέκει την εκτίμηση των επιπτώσεων των μέτρων και μπορεί να αποτελέσει ιδιαίτερη πρόκληση όταν κοινολογεί στο κοινό την ανάγκη διατήρησης των σημερινών περιορισμών και μέτρων.

 

Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, είναι επί του παρόντος πολύ νωρίς για να ξεκινήσει η άρση όλων των κοινοτικών και φυσικών μέτρων αποστασιοποίησης.

 

Πριν εξετάσουν το ενδεχόμενο αυτό, τα κράτη πρέπει να εξασφαλίσουν ότι υπάρχουν ενισχυμένα συστήματα εξετάσεων και παρακολούθησης σε πληθυσμιακό και νοσοκομειακό επίπεδο για την ενημέρωση και την παρακολούθηση των στρατηγικών κλιμάκωσης και την εκτίμηση των επιδημιολογικών συνεπειών.

 

Εκτός των άλλων, ζητούμενο είναι να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος "διαρροής" λοιμώξεων μεταξύ των χωρών, αν αυτές αποκλιμακώσουν τα μέτρα με διαφορετικούς ρυθμούς και με διαφορετικούς τρόπους.
Κορύφωση

 

"Παρά τα πρώτα στοιχεία από την Ιταλία και την Αυστρία, όπου ο αριθμός των κρουσμάτων και οι θάνατοι μειώνονται, δεν υπάρχει επί του παρόντος καμία ένδειξη ότι έχει επιτευχθεί η κορυφή της επιδημίας", σημειώνουν οι ειδικοί του Οργανισμού.
Από τα μέχρι τώρα δεδομένα, το 32% των διαγνωσμένων περιπτώσεων χρειάστηκαν νοσηλεία και το 2,4% εκδήλωσαν σοβαρή νόσο, που απαιτούσε αναπνευστική υποστήριξη. Η θνησιμότητα ανήλθε στο 1,5% μεταξύ των διαγνωσμένων περιπτώσεων και στο 11% μεταξύ των νοσηλευόμενων.
Η πιθανότητα νοσηλείας αυξάνεται σε άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών και σε άτομα με παράγοντες κινδύνου, όπως υπέρταση, διαβήτη, καρδιαγγειακές παθήσεις, χρόνιες αναπνευστικές ασθένειες, πρόβλημα στο ανοσοποιητικό, καρκίνο και παχυσαρκία.
Σε αρκετές χώρες, το 9% έως 26% όλων των διαγνωσμένων περιπτώσεων CoViD-19 αφορούν εργαζομένους στην Υγεία. Η πιθανότητα σοβαρής νόσησης θεωρείται μέτρια στον γενικό πληθυσμό και πολύ υψηλή για πληθυσμούς με καθορισμένους παράγοντες κινδύνου.

 

Ο κίνδυνος να υπερκεραστούν οι δυνατότητες του συστήματος Υγείας τις προσεχείς εβδομάδες θεωρείται υψηλός.
Οι ειδικοί συμβουλεύουν πως, στην παρούσα κατάσταση, πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στις συνολικές στρατηγικές επιτήρησης (συμπεριλαμβανομένης της ανίχνευσης επαφών), στα κοινοτικά μέτρα (συμπεριλαμβανομένης της φυσικής απομόνωσης), στην ενίσχυση των συστημάτων υγειονομικής περίθαλψης και στην ενημέρωση της κοινότητας του κοινού και της Υγείας.

 

Πηγή: Iatronet

 

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ