Σταύρος Ξαρχάκος: Διευθύνει παιδιά με μπουζούκια σε ταβέρνα της Σύρου – Έτσι μεταδίδει το πάθος του

Σταύρος Ξαρχάκος: Διευθύνει παιδιά με μπουζούκια σε ταβέρνα της Σύρου – Έτσι μεταδίδει το πάθος του

Ο Σταύρος Ξαρχάκος αποδεικνύει για ακόμη μία φορά το πάθος του για τη μουσική, καθοδηγώντας μια κομπανία παιδιών σε ταβέρνα στη Σύρο.

 Η παρέα των νεαρών μουσικών σε είχαν την τύχη να τους «διευθύνει» ο σπουδαίος συνθέτης και το βίντεο  από αυτή τη συνάντηση έχει γίνει, όπως είναι φυσικό, viral.

Όπως φαίνεται από τις κινήσεις και τις υποδείξεις του, το κάνει με το ίδιο πάθος που θα το έκανε με μία κανονική ορχήστρα. Τα παιδιά παίζουν μπουζούκι, κιθάρα και αρμόνιο και ακούν με ευλάβεια τις οδηγίες του.

 Στο βίντεο ο Ξαρχάκος καθοδηγεί τα παιδιά ώστε να παίξουν την Φραγκοσυριανή του Συριανού «πατριάρχη» του ρεμπέτικου, Μάρκου Βαμβακάρη.

Αξίζει να σημειωθεί πως προ ημερών ο Σταύρος Ξαρχάκος ανακηρύχθηκε σε Επίτιμος Δημότης Σύρου-Ερμούπολης σε τελετή που έλαβε χώρα στην αίθουσα συνεδριάσεων του Δημαρχιακού Μεγάρου.

Δείτε το εκπληκτικό αποτέλεσμα στο βίντεο που ανήρτησε ο Γιώργος Βιδάκης το οποίο έγινε viral.

Οπως αναφέρει ο Γιώργος Βιδάκης:
 
"Στο νησί της Σύρου έχουνε γιορτή.

Με μπουζούκι, νιάτα, ρεμπέτικα και τον μέγιστο 25χρονο μαέστρο ΣΤΑΥΡΟ ΞΑΡΧΑΚΟ να τους κατευθύνει με όλο του το είναι, όλο του το κορμί και η ύπαρξη δοσμένα στη Φραγκοσυριανή.

Τη δεκαετία του 1930, ο Μάρκος Βαμβακάρης, έκανε εμφανίσεις στη Σύρο, στη γενέτειρά του. Όπως ο ίδιος λέει, όταν έπαιζε, συνήθιζε να κοιτά χαμηλά και όχι το κοινό που τον παρακολουθούσε. Σε μία από αυτές τις περιπτώσεις, σήκωσε το κεφάλι του και είδε μία όμορφη κοπέλα.

Συγκεκριμένα είπε:

«Όλος ο κόσμος της Σύρου μ' αγαπούσε πολύ, διότι κι εγώ ήμουν Συριανός και το είχαν καμάρι οι Συριανοί. Κάθε καλοκαιράκι με περίμεναν να πάω στη Σύρα να παίξω και να γλεντήσει όλη η Σύρα μαζί μου. Το 1935 πήρα μαζί μου τον Μπάτη, τον αδερφό μου τον μικρό και τον πιανίστα Ροβερτάκη και πήγα για πρώτη φορά στη Σύρο, σχεδόν είκοσι χρόνια αφ' ότου έφυγα από το νησί. Πρωτόπαιξα, λοιπόν, σ' ένα μαγαζί στην παραλία, μαζεύτηκε όλος ο κόσμος. Κάθε βράδυ γέμιζε ο κόσμος το μαγαζί κι έκατσα περίπου δύο μήνες. Εγώ, όταν έπαιζα και τραγουδούσα, κοίταζα πάντα κάτω, αδύνατο να κοιτάξω τον κόσμο, τα έχανα. Εκεί όμως που έπαιζα, σηκώνω μια στιγμή το κεφάλι και βλέπω μια ωραία κοπέλα. Τα μάτια της ήταν μαύρα. Δεν ξανασήκωσα το κεφάλι, μόνο το βράδυ την σκεφτόμουν, την σκεφτόμουν... Πήρα, λοιπόν, μολύβι κι έγραψα πρόχειρα:

Μία φούντωση, μια φλόγα

έχω μέσα στην καρδιά

Λες και μάγια μου 'χεις κάνει

Φραγκοσυριανή γλυκιά...

Ούτε και ξέρω πώς την λέγανε ούτε κι εκείνη ξέρει πως γι ' αυτήν μιλάει το τραγούδι. Όταν γύρισα στον Πειραιά, έγραψα τη Φραγκοσυριανή".