Κορονοϊός: Γιατί οι πολλές κόκκινες περιοχές δεν εκτοξεύουν τα νούμερα της πανδημίας στην Ελλάδα

Κορονοϊός: Γιατί οι πολλές κόκκινες περιοχές δεν εκτοξεύουν τα νούμερα της πανδημίας στην Ελλάδα

Ένα επιδημιολογικό παράδοξο σημειώνεται το τελευταίο διάστημα, στην αποτύπωση της εικόνας της πανδημίας του κορονοϊού στην Ελλάδα.

 
Από τη μία, πολλές περιφερειακές ενότητες μπαίνουν στο υψηλότερο επίπεδο κινδύνου, δηλαδή στο “κόκκινο”, ενώ από την άλλη, η συνολική εικόνα των κρουσμάτων, των διασωληνωμένων και θανάτων δεν επιβαρύνεται δραματικά. 

Την ίδια στιγμή, στις συνεδριάσεις της Επιτροπής των λοιμωξιολόγων εντάσσονται κάθε Τρίτη, ολοένα και περισσότερες Περιφερειακές Ενότητες στο 4η επιδημιολογικό επίπεδο κινδύνου 4 (κόκκινο). Η αύξηση του επιδημιολογικού φορτίου, ωστόσο, που έχει “κοκκινίσει” ολόκληρη τη βόρεια Ελλάδα δεν συμβάλλει στην εκτόξευση των αριθμών

Οι επιστήμονες δεν εκπλήσσονται από την ήπια εξέλιξη του κορονοϊού μέσα στο φθινόπωρο, παρά το γεγονός ότι το επιδημιολογικό φορτίο έχει αυξηθεί σε 13 περιφερειακές ενότητες της χώρας.

Την ίδια στιγμή, δηλώνουν επιφυλακτικοί για τη συνέχεια και με την πτώση της θερμοκρασίας μέσα στον χειμώνα.


Ο Καθηγητής Πνευμονολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, Νίκος Τζανάκης, που εδώ και μήνες μελετά με την ομάδα του τα μαθηματικά μοντέλα της εξέλιξης της πανδημίας, εξηγεί: “Ο ένας λόγος που παρατηρείται ήπια εξέλιξη, ενώ διαρκώς κοκκινίζουν νομοί στη χώρα, είναι πως οι περιοχές που είναι επιβαρυμένες είναι περιορισμένες σε πληθυσμό, δηλαδή είναι το 10% της Ελλάδας. Δεν είναι περιοχές όπως είναι η Αθήνα, η οποία αν είχε επιβαρυνθεί σε τέτοιο βαθμό θα έδινε πολλά κρούσματα. Και μπορεί το κέντρο της Αθήνας να έγινε “πορτοκαλί” από “κίτρινο”, το «πορτοκαλί» όμως, είναι χαμηλά, είναι κάτω από 250 κρούσματα ανά 100.000 πληθυσμού, στον 14ήμερο μέσο όρο”,

Σύμφωνα με τον ίδιο τον Καθηγητή, παρά το γεγονός ότι το 1/3 της ηπειρωτικής Ελλάδας είναι στο «κόκκινο» ο συνολικός αριθμός των κατοίκων στις επιβαρυμένες περιοχές της βόρειας Ελλάδας, δεν ξεπερνά τις 900 χιλιάδες, αριθμός που αναλογεί στο 12% του συνολικού πληθυσμού. Είναι και ο λόγος που το αυξημένο επιδημιολογικό φορτίο δεν μεταφράζεται σε πάρα πολλά κρούσματα για να επηρεάσει τους συνολικούς αριθμούς, όπως εξηγεί ο ίδιος.

«Δεν έχουμε μεγάλη αύξηση στους διασωληνωμένους γιατί πολλοί είναι νέοι»
Μία δεύτερη εξήγηση, σύμφωνα με τον επιστήμονα, είναι ότι δεν επηρεάζονται οι θάνατοι και οι διασωληνώσεις καθώς πολλά από τα κρούσματα -περίπου το 30%- είναι πολύ νέοι άνθρωποι, με ένα ποσοστό περίπου 15% με 20% από αυτούς να είναι και εμβολιασμένοι.

click4more: Κορονοϊός: 539 κρούσματα στην Αττική – «Κόντρα» της Λάρισας με το κέντρο της Αθήνας – Ο χάρτης της διασποράς
“Ενα ποσοστό από όσους μολύνονται, περίπου 50% με 60% , είναι νέοι άνθρωποι. Μάλιστα περίπου 30% από αυτούς, είναι πολύ νέοι, δηλαδή κάτω από 20 χρονών, ενώ ένα ποσοστό από τους υπολοίπους περίπου 20% είναι εμβολιασμένοι με κανονικό εμβόλιο και απλά νοσούν με ελαφρά συμπτώματα. Γι’ αυτό δεν επηρεάζονται οι θάνατοι τόσο πολύ και οι διασωληνώσεις. Βέβαια διατηρείται ένα επίπεδο διασωληνώσεων και θανάτων που δεν είναι αμελητέο”, σημειώνει ο Καθηγητής Τζανάκης.

Η πρόβλεψη και η ανησυχία
Σύμφωνα με τους αλγόριθμους της εξέλιξης της πανδημίας του κορονοϊού που μελετά το Πανεπιστήμιο Κρήτης, το επόμενο διάστημα μέχρι τουλάχιστον αρχές Νοεμβρίου δεν αναμένεται να αλλάξει αισθητά επί τα χείρω η καλή επιδημιολογική εικόνα. Ωστόσο, δεν έχει φανεί ακόμη το ακριβές αποτύπωμα που θα αφήσει, η νέα κινητικότητα που έχει εγκριθεί, με τη λειτουργία των αμιγώς εμβολιασμένων χώρων ψυχαγωγίας.

“Κοιτάξτε είναι στοίχημα η ψυχαγωγία, τα club και ο συνωστισμός. Και κυρίως με ανησυχεί, μήπως παρεισφρήσουν ανεμβολίαστοι. Όπου παρεισφρήσουν ανεμβολίαστοι να περιμένετε συρροές. Οι ανεμβολίαστοι δημιουργούν συρροές δυστυχώς”, υπογραμμίζει ο Νίκος Τζανάκης.

Όσο για το εάν η αλλαγή του καιρού και το κρύο, θα μπορούσε να αλλάξει ριζικά την επιδημιολογική εικόνα, ο επιστήμονας είναι καθησυχαστικός:

“Υπολογίζω πως ό,τι και να γίνει, θα είναι μια πιο διαχειρίσιμη κατάσταση από πέρυσι. Με δεδομένο ότι έχουμε εμβολιασμό. Κι ας μην έχουμε ακριβώς το εμβολιαστικό αποτέλεσμα και το τέλειο ποσοστό που θα θέλαμε. Είναι, όμως, ένα ποσοστό το οποίο θα μας επιτρέψει να διαχειριστούμε την κατάσταση. Βέβαια θα σέρνουμε νούμερα παραπλήσια με αυτά ή λίγο χειρότερα, αλλά δεν θα υπάρχει πίεση του υγειονομικού συστήματος”, καταλήγει ο Νίκος Τζανάκης.

Της Γιάννας Σουλάκη/iatropedia.gr