Στη μεθοδική στοχοποίηση του Παύλου Φύσσα από τη Χρυσή Αυγή αναφέρθηκε η εισαγγελέας του Πενταμελούς Εφετείου, κατά την τρίτη ημέρα της αγόρευσής της στη δίκη που διεξάγεται σε δεύτερο βαθμό για την εγκληματική οργάνωση.
Όπως τόνισε η εισαγγελέας Κυριακή Στεφανάτου, ο Παύλος Φύσσας «επελέγη ως κατάλληλος στόχος γιατί τους χλεύαζε», επισημαίνοντας ότι οι στίχοι και η δημόσια αντιφασιστική του στάση ήταν γνωστά στα στελέχη της Χρυσής Αυγής, όπως προκύπτει από τις τηλεφωνικές συνομιλίες που περιλαμβάνονται στη δικογραφία. «Όταν κάποιος ακούει τραγούδια που δεν είναι της αρεσκείας του, θεωρούσαν ότι είχαν δικαίωμα να τον χτυπήσουν», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η εισαγγελική λειτουργός υπογράμμισε ότι η δολοφονία Φύσσα εντάσσεται σε μια περίοδο έντονης κλιμάκωσης της βίας, με τη Χρυσή Αυγή να επιδιώκει –όπως είπε– να προκαλέσει αντίδραση από την αριστερά και να δημιουργήσει συνθήκες γενικευμένης σύγκρουσης. «Η δολοφονία δεν ήταν ακατανόητη, είχε συγκεκριμένο νόημα», σημείωσε, εξηγώντας ότι η οργάνωση στόχευε ανώνυμα αντιφασιστικά πρόσωπα και όχι εμβληματικές φιγούρες, ενώ η εξόντωση του αντιπάλου γινόταν συλλογικά, από οργανωμένα τάγματα εφόδου.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στον ρόλο της Τοπικής Οργάνωσης Νίκαιας, την οποία χαρακτήρισε «ορμητήριο των ταγμάτων εφόδου». Σύμφωνα με την εισαγγελέα, η επίθεση ήταν οργανωμένη, ιεραρχική και εκτελέστηκε με στρατιωτική πειθαρχία, ενώ από την άρση του τηλεφωνικού απορρήτου προκύπτει ότι ο Ιωάννης Λαγός είχε πλήρη εικόνα της εξέλιξης και ότι τίποτα δεν γινόταν χωρίς έγκριση της ηγεσίας.
Περιγράφοντας τη νύχτα της δολοφονίας, η εισαγγελέας μίλησε για «καταδρομική επίθεση» σε βάρος της παρέας του Παύλου Φύσσα έξω από την καφετέρια «Κοράλι». Όπως είπε, οι Χρυσαυγίτες ήταν εξοπλισμένοι με ρόπαλα, στειλιάρια, κράνη και κοκάλινα γάντια, ενώ κινούνταν συντεταγμένα ακόμη και παρουσία αστυνομικών. «Ο Παύλος Φύσσας ήταν κατευναστικός μέχρι το τέλος», ανέφερε, σημειώνοντας ότι φώναξε στην παρέα του να τρέξει για να σωθεί, ενώ ο ίδιος έμεινε πίσω.
Κατά την εισαγγελέα, σκοπός της ομάδας δεν ήταν να τον σκοτώσει άμεσα, αλλά να τον καθυστερήσει και να τον αποδυναμώσει, ώστε να δοθεί χρόνος στον Γιώργο Ρουπακιά να φτάσει και να επιφέρει τα θανατηφόρα πλήγματα. «Αν ήθελαν, μπορούσαν να τον εξοντώσουν όλοι μαζί. Δεν το έκαναν», είπε.
Σε ιδιαίτερα φορτισμένο τόνο, η εισαγγελέας χαρακτήρισε τη δολοφονία «εκτέλεση, επιτέλεση ενός έργου», περιγράφοντας τον τρόπο δράσης του Ρουπακιά ως απολύτως επαγγελματικό και σχεδιασμένο. Τόνισε μάλιστα ότι ο Παύλος Φύσσας, παρότι θανάσιμα τραυματισμένος, κατονόμασε τον δολοφόνο του, συμβάλλοντας ο ίδιος στην αποκάλυψη του εγκλήματος. «Την εξάρθρωση της δολοφονίας του την έκανε ο ίδιος», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η εισαγγελική αγόρευση κατέληξε με αναφορές στη συνολική δράση της Χρυσής Αυγής, τη στρατηγική της έντασης και την οργανωμένη βία που –όπως υποστήριξε– δεν ήταν τυχαία, αλλά αποτέλεσμα κεντρικού σχεδιασμού και απόλυτης πειθαρχίας στην ηγεσία της οργάνωσης.
Διαβάστε ακόμα: Ανακοινώθηκε ο μίνι ανασχηματισμός – Ποιοι μπαίνουν στην κυβέρνηση




