Ποιο είναι το πραγματικό ζητούμενο στη διαπραγμάτευση

Η κυβέρνηση ψάχνει βηματισμό και συμφωνία, ενώ οι αντοχές των επιχειρήσεων εξαντλούνται. Το παιχνίδι με το χρόνο απομακρύνει δυνητικές επενδύσεις και καταβαραθρώνει το κλίμα. Ποιο είναι το πραγματικό ζητούμενο στη διαπραγμάτευση.

Η ελληνική οικονομία δοκιμάζει τα όριά της

Οι εβδομάδες περνούν, η αγωνία εντείνεται και οι όποιες αντοχές της ελληνικής οικονομίας τείνουν να εξαντληθούν. Και μέσα σ' αυτό το περιβάλλον, η κοινή γνώμη -όπως και οι επενδυτές- δεν γνωρίζει ούτε τους πραγματικούς στόχους της κυβέρνησης, ούτε και το μείγμα της πολιτικής που τελικά θα υιοθετηθεί από τον Ιούνιο και μετά.

Η εβδομάδα που ξεκινά είναι κρίσιμη καθώς όπως συγκλίνουν όλες οι πληροφορίες κυβέρνηση και θεσμοί καλούνται να διαμορφώσουν ένα περίγραμμα συμφωνίας που θα οδηγήσει στο να ξεκλειδώσει ρευστότητα για την Αθήνα στο Eurogroup της 24ης Απριλίου ή σε μια έκτακτη συνεδρίαση αμέσως μετά. Η κατάσταση είναι δύσκολη καθώς υπάρχουν πολλές διαφορές μεταξύ των δυο πλευρών και η προσπάθεια επικεντρώνεται στην κατά τομείς αντιμετώπιση των θεμάτων. Ενα τέτοιο οδικό χάρτη διαπραγμάτευσης φέρονται να σχεδίασαν οι δυο πλευρές στην τηλεδιάσκεψη του Μεγάλου Σαββάτου.

Υπό αυτές τις συνθήκες πάντως οι ξένοι επενδυτές είναι απρόθυμοι να τοποθετηθούν στην ελληνική αγορά και το μόνο βέβαιο είναι πως η παράταση της αβεβαιότητας πλήττει την εγχώρια οικονομία και δυσκολεύει ακόμη περισσότερο τις δυνατότητες ανάκαμψής της καθώς βουλιάζει πιο βαθιά στο τέλμα της ύφεσης.

Πρόκειται αναμφίβολα για μια κατάσταση εντονότατης αβεβαιότητας, η οποία μάλιστα είναι ιδιαίτερα δύσκολο να προσεγγιστεί, καθώς πρόκειται για μια άσκηση που δεν έχει μόνο πολλούς αγνώστους, αλλά δεν έχει και συγκεκριμένο ζητούμενο:

- Η Ελλάδα επιθυμεί «συνολική λύση» το τρίτο δεκαήμερο του Απριλίου, η επιδιώκει την άντληση κάποιων μικροποσών από την Ευρώπη, για να δώσει τη «μητέρα των μαχών» τον Ιούνιο, όταν θα συνάψει και τη «μεγάλη συμφωνία» με την Ευρώπη. Και αν ισχύει το δεύτερο (που κατά πάσα πιθανότητα φαίνεται να ισχύει), για ποιο λόγο η κυβέρνηση επιδιώκει αυτήν την καθυστέρηση;

- Τι είδους λύση επιθυμεί τελικά η ελληνική κυβέρνηση, καθώς αν αθροίσουμε τις «κόκκινες γραμμές» που κατά καιρούς έχει θέσει είναι δύσκολο να πετύχει το στόχο που έχει υποσχεθεί για πρωτογενές πλεόνασμα, έστω και 1,2% του ΑΕΠ. Η όλη ασάφεια εντείνεται από τις καθημερινές και αλληλοσυγκρουόμενες δηλώσεις υπουργών και στελεχών της κυβέρνησης για μια σειρά θέματα (θα πληρώσουμε ή όχι τη δόση στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, θα επιβληθεί ή όχι αυξημένος ΦΠΑ σε κάποια νησιά κ.τλ.).

- Ποια πολιτική θα ασκηθεί στο φορολογικό, ποια στις ιδιωτικοποιήσεις;

- Φυσικά θα πρέπει να περιμένουμε τουλάχιστον μέχρι το φθινόπωρο για να μάθουμε πώς τελικά θα διαχειριστεί η κυβέρνηση το ζήτημα των μη εξυπηρετούμενων επιχειρηματικών δανείων. Εν τω μεταξύ όμως μένει να φανεί η στάση που θα κρατήσει στο θέμα των πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας μετά το «κόκκινο φως» που άναψε το Μεγάλο Σάββατο η ΕΚΤ.

Χρηματιστηριακός παράγοντας, σχολιάζοντας το όλο θέμα, αναρωτήθηκε: «Η κυβέρνηση τελικά θα ακολουθήσει μια πολιτική Βαρουφάκη που συμφωνεί με το 70% του μνημονίου, που θεωρεί χρήσιμες τις διαρθρωτικές αλλαγές που προωθεί ο ΟΟΣΑ και που θα ζητήσει μια κάποια ρύθμιση του χρέους χωρίς κούρεμα; Ή, αντίθετα, θα επιλέξει μια πολιτική Λαφαζάνη-Στρατούλη, που απέχει πολύ περισσότερο από τις θέσεις των Ευρωπαίων εταίρων και η οποία περιλαμβάνει αύξηση συντάξεων, άνοδο κατώτατου μισθού και καμιά ιδιωτικοποίηση;».

Και πέραν όλων αυτών, ζητούμενο είναι και η στάση που θα κρατήσουν οι δανειστές, δηλαδή πόσο νερό στο κρασί τους θα θελήσουν να βάλουν για να συνεχίσουν τη χρηματοδότηση της Ελλάδας ώστε να μην διαταραχθεί η ευρωζώνη ή δημιουργηθούν πρόσθετα προβλήματα γεωπολιτικής σταθερότητας στην ιδιαίτερα πολύπαθη περιοχή των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής.

Το πρόβλημα ωστόσο δεν περιορίζεται μόνο στο πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα μέχρι τον Ιούνιο και ποιο θα είναι το περιεχόμενο της συμφωνίας μεταξύ των δύο πλευρών.

Αντίθετα, ο μεγαλύτερος κίνδυνος θα είναι στη συνέχεια, στην περίπτωση που αποδειχτεί πως αυτή η «συνταγή» που θα επιλέξει η νέα κυβέρνηση να ακολουθήσει, δεν καταφέρνει τελικά να συμμαζέψει τα δημόσια οικονομικά, δεν καταφέρει να οδηγήσει σε ανάπτυξη την οικονομία, δεν καταφέρει να μειώσει το ύψος της ανεργίας...

Τι θα γίνει για παράδειγμα αν διαπιστωθεί το προσεχές φθινόπωρο ότι οι κυβερνητικοί στόχοι παρουσιάζουν σημαντικές αποκλίσεις ή ότι το ποσοστό ανεργίας έχει αρχίσει και πάλι να ανεβαίνει;

Το ζητούμενο

Σύμφωνα, λοιπόν, με παράγοντες διεθνών funds, το ζητούμενο δεν είναι μόνο να υπάρξει μια συμφωνία, αλλά αυτή η συμφωνία θα πρέπει να είναι «μόνιμη σε διάρκεια» και ταυτόχρονα «θετική ως προς το αποτέλεσμα». Και το κυρίως πρόβλημα -σύμφωνα με τους ίδιους κύκλους- έγκειται στις ριζικές διαφορές αντίληψης μεταξύ Ελλάδας και «θεσμών» για το πώς θα συμφωνηθεί ένα πακέτο που θα είναι διατηρήσιμο και αποτελεσματικό.

Οι «θεσμοί», για παράδειγμα, θεωρούν κόκκινο πανί την ύπαρξη «επιδοτούμενων» επικουρικών ταμείων ή την αύξηση του βασικού μισθού σε μια περίοδο που πρώτος στόχος είναι η μείωση της ανεργίας και η τόνωση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Οι «θεσμοί» επίσης θεωρούν απαραίτητες τις ιδιωτικοποιήσεις και τις επενδύσεις από το εξωτερικό, όταν η ελληνική πλευρά δείχνει διατεθειμένη να μπλοκάρει τις περισσότερες από αυτές και να αναβάλει ενδεχομένως κάποιες άλλες. Χαρακτηριστική μάλιστα είναι η άποψη ξένου διαχειριστή: «Ακούγοντας τις δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών, απορώ για το πώς θα δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας στη χώρα».

Παιχνίδι με τον χρόνο

Το μόνο βέβαιο είναι πως η συνέχιση της αβεβαιότητας πλήττει ολοένα και περισσότερο την πραγματική οικονομία. Ο πρώτος -και μεγαλύτερος- χαμένος είναι οι τράπεζες, που βλέπουν το υπόλοιπο των μη εξυπηρετούμενων δανείων τους να ανεβαίνει. Πέραν των τραπεζών, όμως, αρκετοί είναι οι κλάδοι που έχουν αρχίσει να παρουσιάζουν προβλήματα και ακόμη περισσότεροι όσοι κινδυνεύουν να εμφανίσουν ζητήματα τους επόμενους μήνες.

Για παράδειγμα, τα έργα του ΕΣΠΑ έχουν μπλοκάρει, ενώ κινδυνεύουν να σταματήσουν εκ νέου οι μεγάλοι οδικοί άξονες που πέρυσι έδωσαν πνοή στο ΑΕΠ και στην αγορά εργασίας.

Γενικότερα μιλώντας, η οικοδομική δραστηριότητα έχει «πατώσει», οι ιδιωτικές επενδύσεις είναι παγωμένες και οι δύο παράγοντες που αναμένεται να στηρίξουν ως ένα βαθμό την οικονομία είναι ο τουρισμός και οι εξαγωγές (λόγω και της χαμηλότερης ισοτιμίας του ευρώ έναντι του δολαρίου).

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, οι εκτιμήσεις της κυβέρνησης για φετινή άνοδο του ΑΕΠ στο +1,4% φαντάζουν αισιόδοξες, με τους περισσότερους αναλυτές να θέτουν σαν ταβάνι το επίπεδο του 1%, ενώ ορισμένοι άλλοι φοβούνται ακόμη και επιδόσεις που θα αρχίζουν από μείον...

Επίσης, η φυγή τόσων καταθέσεων από τις ελληνικές τράπεζες κατά το τελευταίο πεντάμηνο αναμένεται να αποτελέσει τροχοπέδη για την οικονομία και αυτό γιατί θα απαιτηθεί πάρα πολύς χρόνος μέχρις ότου τα κεφάλαια αυτά επιστρέψουν στα γκισέ των εγχώριων χρηματοπιστωτικών ομίλων.

Σ' αυτό το περιβάλλον, δεν είναι τυχαίο ότι το ενδιαφέρον των ξένων για την Ελλάδα είναι σαφώς περιορισμένο και πως δύσκολα θα μεταβληθεί αυτή η εικόνα, αν δεν διαφανεί προς ποια κατεύθυνση θα πορευθεί η ελληνική οικονομία.

Σε κατάσταση εξάντλησης το χρηματιστήριο

Φαίνεται ότι η υπομονή εξαντλείται στο ελληνικό χρηματιστήριο αφού και τον Απρίλιο τόσο οι μετοχές, όσο και ο Γενικός Δείκτης, κινούνται με υψηλές διακυμάνσεις και στην άνοδο και στην πτώση. Η χρηματιστηριακή αγορά εξακολουθεί να προσδοκά τις θετικές εξελίξεις από τη διαπραγμάτευση με τους Ευρωπαίους εταίρους και το οικονομικό μέτωπο. Ωστόσο η πολυπλοκότητα του ζητήματος, η πολιτική διαχείρισή του και τα στενά χρονικά όρια στην εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης δεν είναι σύμμαχοι για την πορεία της αγοράς.

Ταυτόχρονα, στη διάρκεια του 2015, οι δείκτες μεταβλητότητας στην ελληνική αγορά διατηρούνται σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα και ο δείκτης των μετοχών της υψηλής κεφαλαιοποίησης εμφανίζει την ισχυρότερη μεταβλητότητα ανάμεσα στις ευρωπαϊκές αγορές.

Η πολιτική και η οικονομική σκηνή της χώρας έχουν μπερδευτεί τόσο πολύ ώστε δεν υπάρχει κοινός τρόπος προσέγγισης, αφού κάποιοι επενδυτές ακολουθούν πολιτική αναμονής, κάποιοι άλλοι προχωρούν σε ρευστοποιήσεις (ειδικά στις τραπεζικές μετοχές υπό το φόβο των νέων αυξήσεων κεφαλαίου ή και του Grexit), ενώ κάποιοι αισιόδοξοι ή βασικοί μέτοχοι, όπως η Fairfax στην περίπτωση της Eurobank, βρίσκουν ευκαιρία να αυξήσουν τα ποσοστά τους.

Σε επίπεδο δεικτών, πολλές μετοχές έχουν αρχίσει να γίνονται -ή έχουν ήδη καταστεί - ελκυστικές, καθώς μετά την πτώση που έχουν υποστεί το τελευταίο τρίμηνο, εμφανίζονται υποτιμημένες. Ωστόσο, το τρέχον κλίμα δεν πριμοδοτεί τους αγοραστές, οι οποίοι περιορίζονται μόνο στο να εκμεταλλεύονται τεχνικές αντιδράσεις ή να προχωρούν σε επιλεκτικές τοποθετήσεις με μεσομακροπρόθεσμη κατά βάση προοπτική.

Αναμφίβολα το πολιτικό ρίσκο διαμορφώνει το κλίμα στην επενδυτική κοινότητα και είναι το βασικό σημείο-κλειδί σε όλα τα παραπάνω. Σύμφωνα με τους αναλυτές της αγοράς, η αύξηση στο πολιτικό ρίσκο θα μπορούσε να αποσταθεροποιήσει εντελώς το ελληνικό χρηματιστήριο και να το οδηγήσει σε επίπεδα πολύ χαμηλότερα αν η χώρα οδηγηθεί στα βράχια, αφού κανένας δεν είναι σε θέση να γνωρίζει ποιοι συσχετισμοί θα προκύψουν.

Οι αισιόδοξοι προβλέπουν ότι κινήσεις της κυβέρνησης τελικά θα είναι τέτοιες (προώθηση της λίστας με τις μεταρρυθμίσεις μαζί με κάποιες ιδιωτικοποιήσεις), που θα φέρουν τις όποιες διαφωνίες κοντά στην επίλυσή τους.

Στον αντίποδα, οι απαισιόδοξοι εξακολουθούν να θεωρούν ότι ο μεγαλύτερος εχθρός της κυβέρνησης δεν βρίσκεται τόσο στο εξωτερικό ή στην αντιπολιτευτική πολιτική των άλλων κομμάτων, όσο στο εσωτερικό του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ. Εκεί εδράζουν τα ισχυρά και όχι αναίτια επιχειρήματα των απαισιόδοξων ότι αυτές οι μεταρρυθμίσεις δεν είναι δυνατόν να ψηφιστούν από την κοινοβουλευτική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, ειδικά εάν τύχουν και ευρείας αποδοχής από τα «μνημονιακά» κόμματα.

Συνεπώς, μετά τις σαρωτικές απώλειες που ακολούθησαν τη συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου για την αγορά των μετοχών και των ομολόγων, ειδικά στις τραπεζικές μετοχές, ο φόβος ότι όλα μπορεί να τιναχθούν στο αέρα εξακολουθεί να υπάρχει, αφού το βασικότατο θέμα χρηματοδότησης της οικονομίας παραμένει άλυτο.

euro2day

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ