Ο Vangelis, ο Ντέμης, ο Λουκάς - Οι Aphrodite’s Child: Μια τυχαία συνάντηση που έγραψε ιστορία

Ο Vangelis, ο Ντέμης, ο Λουκάς - Οι Aphrodite’s Child: Μια τυχαία συνάντηση που έγραψε ιστορία

Έχουν υπάρξει πολύ σπουδαίοι μουσικοί στη μικρή χώρα μας, ελάχιστοι κατάφεραν όμως να βγουν πραγματικά από τα σύνορά της. Και να παραμείνουν αυθεντικά διεθνείς, τόσο διεθνείς που κάποιοι ίσως δεν ξέρουν καν ότι είναι Έλληνες. 

Πόσο πιθανό ήταν στη δεκαετία του '70 να συναντηθούν δύο τέτοιοι μουσικοί, να φτιάξουν μαζί ένα συγκρότημα και να βρεθούν μερικές δεκαετίες αργότερα να κάνουν σπουδαίες καριέρες, χωριστά, στο παγκόσμιο μουσικό στερέωμα;

Αν ρωτούσες το 1963 το Βαγγέλη Παπαθανασίου των Forminx, θα γελούσε στην ιδέα. Ο Ντέμης Ρούσσος δεν είχε καν σκεφτεί να γίνει μουσικός, ήταν μόλις 16 χρονών και η οικογένειά του είχε έρθει ένα χρόνο νωρίτερα από την Αίγυπτο.

Λίγο αργότερα και ενώ ο Παπαθανασίου έκανε επιτυχία με τους Forminx, ο Ντέμης ξεκίνησε να παίζει μπάσο με τους ldols. Σύντομα τους εγκατέλειψε και πήγε σε ένα άλλο συγκρότημα, τους Minis.

Εκεί, έγινε η συνάντηση που άλλαξε όχι μόνο την ελληνική, αλλά με κάποιον τρόπο και την παγκόσμια μουσική: Ο Ντέμης συνάντησε το Λουκά Σιδερά, σπουδαίο ντράμερ, που ξεκίνησε την καριέρα του από τους Stormies.

Ο Λουκάς, το πιο παραγνωρισμένο μέλος της παρέας, ήταν ο συνδετικός κρίκος για τη δημιουργία των Aphrodite’s Child. Παιδικός φίλος του Παπαθανασίου, τον έφερε σε επαφή με το Ντέμη. Ήταν καλοκαίρι του 1966, μια σημαδιακή χρονιά για πολλους λόγους και η χρονιά που, σε ένα μπαλκόνι στο κέντρο της Αθήνας γεννήθηκαν οι Aphrodite’s Child.

Χρόνια αργότερα, ο Ντέμης Ρούσσος έγραψε για την πρώτη εκείνη συνάντηση: «Έμενε με τους γονείς του στο κέντρο της Αθήνας. Το δωμάτιό του ήταν γεμάτο μουσικά όργανα και είχε ήδη εκείνο το hammond που αργότερα θα μας συνόδευε παντού. Συζητήσαμε για λίγο, παίξαμε και ο Βαγγέλης μου ζήτησε να τραγουδήσω. Διάλεξα το “House of the Rising Sun”…».
Στην παρέα προστέθηκε ο Αργύρης «Silver» Κουλούρης και τα πρώτα τους τραγούδια έγραψε ο Γιώργος Ρωμανός και τα συμπεριέλαβε σε δικό του άλμπουμ. Πριν γίνουν Aphrodite’s Child, ήταν η «ορχήστρα Βαγγέλη Παπαθανασίου», καθώς ήταν ο μεγαλύτερος, ο πιο γνωστός και κυρίως ο πιο επίμονος· ο Βαγγέλης πίστευε πάντα ότι θα μπορούσαν να ξεχωρίσουν από τα δεκάδες αγγλόφωνα γκρουπ της εποχής. Σωστά πίστευε.

Το In Concert and in Studio του 1968 έκανε αίσθηση. Ήταν κάτι έξω από όλα όσα είχαν ακουστεί μέχρι τότε. Ένας ήχος ψυχεδελικού ροκ, με φανκ και σόουλ στοιχεία, στα οποία «μπήκαν» με μεγάλη άνεση οι τέσσερις μουσικοί.

«Η νοοτροπία στην Ελλάδα ήταν καθαρά επαρχιακή, σχεδόν οπισθοδρομική»
«Όσο περνούσε ο καιρός συνειδητοποιούσαμε ότι αν θέλαμε να κάνουμε μια ενδιαφέρουσα καριέρα θα έπρεπε να εγκαταλείψουμε την Ελλάδα. Η νοοτροπία που επικρατούσε ήταν καθαρά επαρχιακή, σχεδόν οπισθοδρομική», έγραψε χρόνια αργότερα ο Ντέμης Ρούσσος στο βιβλίο του «Αδυνατίστε και Παραμείνετε Αδύνατοι», ένα βιβλίο για δίαιτες που κατέληξε να μιλάει για την ιστορία της ελληνικής μουσικής.

Και έφυγαν. Για το Λονδίνο, χωρίς τον Κουλούρη που είχε πάει φαντάρος. Είμαστε στο ΄68, στην Ελλάδα κυβερνάει η χούντα, ο Ντέμης και ο Λουκάς φεύγουν και τους σταματάει στο Ντόβερ το immigration, επειδή δεν έχουν άδεια εργασίας στο Ηνωμένο Βασίλειο. Επιστρέφουν στην ηπειρωτική Ευρώπη και καταλήγουν στο Παρίσι, όπου και επανενώθηκαν με τον Παπαθανασίου.

Στο Παρίσι συνέβησαν διάφορα: Ο Μάης του '68 για παράδειγμα, ο οποίος δεν τους εμπόδισε να υπογράψουν 6ετές συμβόλαιο με τη Phonogram, την εταιρεία του Παπαθανασίου στην Ελλάδα.
Το συμβόλαιο ήταν μάννα εξ ουρανού και οι όροι του αρκετά καλοί. Οι τρεις τους παίρνουν προκαταβολή 1.000 φράγκων (6.000 δραχμές) και κάθονται να γράψουν τραγούδια. Η πίεση από τη δισκογραφική είναι μεγάλη και μέσα σε λιγότερο από ένα μήνα βγάζουν -αναγκαστικά- τραγούδι.

Το «Rain and Tears» γίνεται αμέσως Νο 1 στη Γαλλία, ενώ λίγες εβδομάδες αργότερα ακολούθησαν Αγγλία, Αμερική, Γερμανία, Ολλανδία, Ιταλία.

Το τραγούδι είχε γράψει ο Παπαθανασίου, ο οποίος «πάτησε» σε ένα κομμάτι του 17ου αιώνα από τον Γερμανό συνθέτη του μπαρόκ Γιόχαν Πάχελμπελ. Το τραγούδι μπαίνει στο LP End of the World που κυκλοφόρησε στα τέλη του ’68. Οι τρεις τους έχουν ήδη γίνει διάσημοι στη Γαλλία και η Ευρώπη ετοιμάζεται να ακολουθήσει.

Οι Aphrodite’s Child ακροβατούν ανάμεσα στην ποπ και το προγκρέσιβ. Είναι η εποχή που μεσουρανούν οι Procol Harum και οι Moody Blues, οι Yes και οι King Crimson. Υπάρχει χώρος για ένα ακόμη συγκρότημα και μάλιστα ελληνικό; Ναι, υπάρχει.
Την επόμενη φορά που θα πάνε στο Λονδίνο, δεν θα τους σταματήσει κανείς στα σύνορα. Εκεί ηχογραφούν το δεύτερο άλμπουμ τους, το It’s Five O’ Clock. Το «Let me Love Let me Live», σύνθεση του Λουκά, αποθεώνει αυτό που είναι και μπορούν να είναι οι τρεις Έλληνες που τόλμησαν και κατάφεραν να ξεφύγουν από την ασφυξία του γεωγραφικού τους χώρου.

«Για δύο χρόνια η μία επιτυχία ακολουθούσε την άλλη, αλλά ο Βαγγέλης δεν ήταν ικανοποιημένος. Γράφαμε τραγούδια, αυτός όμως είχε τη διάθεση να δημιουργήσει μια πιο σοβαρή μουσική, σαν αυτή που έγραφε πάντα μόνος του», γράφει ο Ντέμης Ρούσσος.

Ο Παπαθανασίου δεν τους ακολουθεί στην περιοδεία τους στην Ισπανία και την Ιταλία και αντικαθίσταται από τον Χάρη Χαλκίτη. Προτιμά να μείνει στο Λονδίνο και να γράψει το πρώτο του σάουντρακ για την ταινία Sex Power, σε σκηνοθεσία Χένρι Τσάπιερ.
«Πάντα είχα μια τυφλή εμπιστοσύνη στον Βαγγέλη και πάντα αγαπούσα και θαύμαζα τη δουλειά του. Εκείνος όμως ήθελε να σταματήσουμε τις περιοδείες και να αφιερώσουμε περισσότερο χρόνο στις ηχογραφήσεις, πράγμα που δεν με συνέφερε οικονομικά», έγραψε με μεγάλη ευθύτητα ο Ντέμης Ρούσος.

666
Η διάσταση ήταν φανερό ότι θα οδηγούσε σε διαζύγιο, αλλά ακόμη το τέλος δεν είχε έρθει.

Ήρθε με έναν παράξενο τρόπο. Όταν βγήκε το 666, το συγκρότημα είχε πλέον διαλυθεί και καθένας είχε προηχογραφήσει τα μέρη του. Η νέα τους εταιρεία, η Mercury Records, ήταν σε πανικό. Οι αρχικές πωλήσεις ήταν τόσο χαμηλές και είχε στα χέρια της τρεις ανθρώπους που δεν μπορούσαν πλέον να βρουν κοινό τόπο.

Το 666 ήταν προϊόν της έμπνευσης του Βαγγέλη Παπαθανασίου και της φιλίας του με το σκηνοθέτη Κώστα Φέρρη, ο οποίος έγραψε τους στίχους.

«Πατούσε» πάνω στην Αποκάλυψη του Ιωάννη και είναι ένας από τους καλύτερους προγκρέσιβ δίσκους που έχουν γραφτεί ποτέ. Κι αν έχουν γραφτεί προγκρέσιβ αριστουργήματα...
Είναι ακριβώς το σημείο στο οποίο και οι τρεις τους, αν και «χωριστά» ο καθένας, φτάνουν στο καλύτερο σημείο της απόδοσής τους.

Τα φωνητικά του Ντέμη Ρούσσου είναι υπνωτικά· τα πλήκτρα του Βαγγέλη Παπαθανασίου πρωτόγνωρα· τα κρουστά του Σιδερά καταιγιστικά. Παύσεις, κενά, ουρλιαχτά, θύελλες και ηρεμίες, ροκ και έθνικ, δεν υπήρχε κανένα στοιχείο που να φοβήθηκαν να βάλουν στο δίσκο.

Το 666, παρά την αρχική αμηχανία που προκάλεσε στο κοινό, αναγνωρίστηκε με τα χρόνια και σήμερα θεωρείται ως ένας από τους κορυφαίους δίσκους του 1971 παγκοσμίως.

Πλέον έχει πουλήσει περισσότερα από 20 εκατομμύρια δίσκους και αποτελεί διαχρονικό και αξεπέραστο ορόσημο για το είδος του.

«Τελικά όμως ένα συγκρότημα είναι σαν ένα ζευγάρι, και ακόμα χειρότερα, γιατί υπάρχουν περισσότεροι από δύο ενδιαφερόμενοι: όταν υπάρχουν μεγάλες διαφορές στη νοοτροπία και στους στόχους, αναπόφευκτα ακολουθεί ο χωρισμός. Άλλωστε, οι μετέπειτα καριέρες μας το απέδειξαν. Δεν είχαμε τους ίδιους στόχους», έγραψε ο Ντέμης Ρούσσος στο βιβλίο του.
Τα δύο από τα τρία «Παιδιά της Αφροδίτης» έμειναν στο εξωτερικό ακολουθώντας αυτούς τους στόχους. Ο Λουκάς Σιδεράς γύρισε στην Ελλάδα. Μπορεί η δική του καριέρα να μην ήταν εξίσου επιτυχημένη με εκείνες του Ντέμη Ρούσου και του Βαγγέλη Παπαθανασίου, αλλά δεν παύει να έχει υπάρξει τεράστιος μουσικός.

Όπως όλοι τους, εξάλλου.

cnn.gr

ΔΕΙΤΕ ΤΟ VIDEO