Πελοπόννησος

Η Πελοπόννησος θέλει να ξεχάσει την χρονιά που φεύγει: Μαρτυρίες

madata.gr
30-12-07

Στις 24 του Δεκεμβρίου είχαμε επέτειο. Μαύρη. Οσο μαύρα είναι και τα βουνά της Πελοποννήσου. Οσο μαύρες είναι οι ψυχές των ανθρώπων οι οποίοι έμειναν πίσω να κοιτούν τις άδειες καρέκλες στα χριστουγεννιάτικα τραπέζια. Οσο μαύρα είναι τα ρούχα των γυναικών οι οποίες φροντίζουν τα μνήματα. Οσο μαύρες είναι οι σκέψεις των κατοίκων οι οποίοι έχασαν τα σπίτια τους και τώρα ζουν στα λυόμενα της Αρτέμιδας. Εκείνα που στήθηκαν ακριβώς δίπλα στο νεκροταφείο. Γιατί; Γιατί εκεί υπήρχε αλάνα και μια παιδική χαρά, που έχει όμως έξι λιγότερους επισκέπτες - όσα δηλαδή και τα παιδιά που θρηνεί αυτό το χωριό του Δήμου Ζαχάρως.

Ανηφορίζοντας για την Αρτέμιδα, τον τόπο των 24 νεκρών, η πανσέληνος φωτίζει τα εικονοστάσια στο σημείο του δυστυχήματος. Τα αντιανεμικά κεριά καίνε για να θυμίζουν αυτό που κανείς σε αυτά τα μέρη - και να θέλει - δεν μπορεί να ξεχάσει. Γιατί ό,τι και να κάνει περνάει από δω. Τα αυτοκίνητα που τις πρώτες ημέρες της πυρκαϊάς βρίσκονταν δεξιά και αριστερά του δρόμου έχουν μαζευτεί. Οχι όμως και το αποτεφρωμένο τζιπ του δημάρχου Ζαχάρως κ. Πανταζή Χρονόπουλου, λίγο παραμέσα στο βουνό, σε σημείο ωστόσο ορατό από τον δρόμο.

Ο αδελφός της Αθανασίας, της γυναίκας που κάηκε αγκαλιασμένη με τα τέσσερά της παιδιά στο σημείο, κ. Σπήλιος Κάρτας, δυσανασχετεί: «Η σκέψη μου είναι στους ανθρώπους που χάσαμε. Στην αδελφή μου, στα τέσσερα ανίψια μου, στον αδελφό μου. Από το δικό μας χριστουγεννιάτικο τραπέζι έλειπαν έξι άνθρωποι. Δεν μπορώ όμως να πάψω να σκέφτομαι κάθε φορά που περνάω από εδώ ότι ενώ όλα τα αυτοκίνητα έχουν αποσυρθεί, το μόνο που άφησε η Πυροσβεστική είναι αυτό του δημάρχου. Θεωρώ ότι πάνω στους νεκρούς μας γίνεται επικοινωνιακή πολιτική από το δημαρχείο Ζαχάρως». Το σπίτι των γονιών του κάηκε κι αυτό. Δεν τους αφήνει ωστόσο να ζήσουν στα λυόμενα. Τους πήρε μαζί του στην Αθήνα. Δεν παύει όμως να επισκέπτεται τον τόπο του και να έχει έτσι τη δυνατότητα να παρατηρεί ότι «όλη η βοήθεια έρχεται στη Ζαχάρω. Αυτή ακούστηκε περισσότερο γιατί εδώ κάηκαν τόσοι άνθρωποί μας. Τι γίνεται όμως με τις υπόλοιπες πυρόπληκτες περιοχές; Τους Δήμους Ανδρίτσαινας, Σκυλούντος, Πύργου; Ξέρω πυρόπληκτους στο χωριό μου που κάηκαν τα σπίτια τους και δεν έχουν πάρει καμιά βοήθεια. Και από την άλλη κατεβαίνω στη Ζαχάρω και βλέπω ανθρώπους τους οποίους γνώριζα από παλιά να κυκλοφορούν με πολυτελή αυτοκίνητα και 4Χ4». Και η αλήθεια είναι ότι όσο ακολουθούσαμε τον δήμαρχο και τον αντιδήμαρχο της «Sugartown» σε μια εορταστική door to door παράδοση αγαθών σε κατοίκους στα πέριξ της πόλης(;), διασταυρωθήκαμε με αρκετά...

 

Κι την ίδια ώρα υπάρχουν άνθρωποι όπως ο 20χρονος Γιώργος Χατζηαργυρίου που έχασε τον πατέρα του στην Αρτέμιδα, ενώ ο ίδιος και ένας φίλος του που φιλοξενούσε μόλις που πρόλαβαν να σωθούν. «Καήκαμε και οι τρεις. Νοσηλευτήκαμε και όλα τα πληρώσαμε μόνοι μας. Η μόνη βοήθεια που έχουμε δεχθεί ως τώρα είναι από ανθρώπους όπως ο Σπήλιος, που ένιωσε τι θα πει φωτιά. Κατά τα άλλα, ούτε στο ΚΤΕΛ δεν με έβαζαν τότε γιατί δεν είχα λεφτά, μου είχαν καεί. Τώρα κανείς δεν ασχολείται μαζί μας, γιατί όπως λένε παραθερίζαμε. Το τριχίλιαρο δεν το δικαιούμαι γιατί, αν και ήταν το χωριό της μάνας μου, αν και κάηκε ο πατέρας μου, δεν σπούδαζα και δεν έμενα εκεί. Το μισοκαμένο σπίτι στο χωριό το έχουν κάνει κάποιοι αποθήκη και ενώ παίρνουν πράγματα για τον εαυτό τους, με εμάς δεν ασχολείται κανείς. Στον φίλο μου δεν πληρώνουν νοσήλια γιατί... παραθέριζε» μάς λέει.

Η βοήθεια που φτάνει στα χωριά, «κυρίως από ιδιώτες» όπως υποστηρίζουν οι άνδρες στο λυόμενο καφενείο της Αρτέμιδας, δεν είναι εύκολα ελέγξιμη. Ο,τι γίνεται στην αποθήκη της πόλης, στην οποία συγκεντρώνονται αγαθά τα οποία αποστέλλουν ιδιώτες αλλά και εταιρείες, συχνά απασχολεί τον τοπικό Τύπο, λόγω των επεισοδίων που διαδραματίζονται μεταξύ του υπευθύνου για αυτήν αντιδημάρχου κ. Ιωάννη Σχίζα και διαφόρων πολιτών. Πότε γιατί θεωρείται ότι δεν δίνονται τα αγαθά που αναλογούν σε αυτούς που θα έπρεπε και πότε γιατί φεύγουν φορτωμένα αυτοκίνητα ανθρώπων που, όπως ανώνυμα υποστηρίζεται, δεν έχουν καμία απολύτως ανάγκη. Και έτσι ανώνυμα «αλληλοκαρφώνονται» σε τοπικούς παράγοντες, σε εθελοντές, στους δημοσιογράφους. Ζητούν να διαγραφούν ακόμη και συγγενείς τους από τις λίστες που αφορούν τα χρηματικά βοηθήματα που συγκεντρώνουν οι διάφοροι ανθρωπιστικοί οργανισμοί. Οχι γιατί θα κερδίσουν οι ίδιοι κάτι περισσότερο, αλλά «για να μην κερδίσει ο δίπλα».


Και καθώς ο κ. Χαράλαμπος Λαμπρόπουλος, ο 70χρονος γέροντας ο οποίος ζει με τη γυναίκα του στο λυόμενο της Αρτέμιδας, μάς κερδίζει με το δράμα το οποίο στεγάζει στα ελάχιστα μεν, παραφορτωμένα από πεσκέσια, δε, τετραγωνικά, ενθυμούμενος τον πεντάχρονο εγγονό του ο οποίος «όποτε με επισκέπτεται παίρνει το φαγητό του και το αφήνει στον οικογενειακό τάφο. Νομίζει πως θα το φάει ο Κωνσταντίνος που ήταν φίλοι», πριν προλάβουμε να βγούμε έχουμε μάθει ότι έχει πάρει 22 γίδια και κάποιες ρίζες ελιές. Τον ρωτάμε και μας επιβεβαιώνει πως τα πήρε ο γιος του και, πριν προλάβει να ολοκληρώσει, η γυναίκα του θυμάται το καμένο τρακτέρ που της πήραν «και ένιωθε σαν να της παίρνουν άνθρωπο». Κάνουμε δυο βήματα και μαθαίνουμε και κάτι ακόμη, ότι το καμένο τρακτέρ ήταν το παλιό, πως είχαν και άλλο καινούργιο και πως κάποιος ιδιώτης που συγκινήθηκε ακούγοντας τον κ. Χαράλαμπο στα κανάλια του έστειλε ακόμη ένα καινούργιο. Δύο ακόμη βήματα και φτάνουμε στο λυόμενο του 76χρονου Ανδρέα Καντή. Και εδώ θα ακούσουμε καταγγελίες για τους συγχωριανούς του οι οποίοι δεν τον σκέφτηκαν όσο εκείνος έλειπε στο νοσοκομείο του Πύργου, όπου και νοσηλευόταν η γυναίκα του με χρόνια προβλήματα υγείας. «Πήραν εκείνοι και κανείς δεν είπε ότι και εδώ μένει ένας άνθρωπος που έχασε το σπίτι του. Ο,τι βλέπετε, κουζίνα, πλυντήριο, καλοριφέρ, καρέκλες, τραπέζια, είναι προσφορά του Φουρλή. Εστειλε σε όλους μας. Την τηλεόραση την αγόρασα μόνος μου». Και μόνος του την παρακολουθεί, καθώς η γυναίκα του είναι καθηλωμένη στο κρεβάτι και εκείνος δεν μπορεί «να κάνει ρούπι», όπως λέει. Τα παιδιά του ζουν στη Ζαχάρω και όπως υποστηρίζει δεν προλαβαίνουν να τον βοηθήσουν. Ακόμη και για τα φάρμακα της γυναίκας του, όταν δεν μπορεί να τα γράψει ο γιατρός του χωριού, πρέπει να πληρώνει μόνος του ταξί για να κατέβει στη Ζαχάρω, να του τα γράψουν και να τα αγοράσει. Μόνος του όμως υποστηρίζει ότι πλήρωσε και το ξενοδοχείο στο οποίο έμεινε τους δύο πρώτους μήνες. «Εδωσα από την τσέπη μου 500 ευρώ και ενώ είχαν πει ότι θα τα καλύψουν από τον δήμο, έχω καταθέσει την απόδειξη κι ακόμη τίποτε...». Αφήνοντας τον κύριο Ανδρέα, αποχαιρετούμε και την κυρία Μαγδαληνή στο απέναντι λυόμενο, που «την τρώνε τα πόδια της από τα καψίματα» και που τώρα «πρέπει να φύγει τρέχοντας γιατί πέθανε ένας γέροντας δικός της». Αποχαιρετούμε και τα μόλις έξι παιδιά που κάθονται στις κούνιες στην είσοδο του καταυλισμού με τις τέσσερις συνολικά οικογένειες. Τα παιδιά δεν γελούν, δεν μιλούν δυνατά για να μην ξυπνήσουν τους γέροντες στα δέκα όλα κι όλα λυόμενα και το βλέμμα τους ξεφεύγει διαρκώς στο νεκροταφείο δίπλα τους.

 

Λίγο παρακάτω, στο λυόμενο καφενείο του χωριού που «δεν φτιάχνουν ρακόμελα γιατί η ζάχαρη κολλάει στο μπρίκι και το πλύσιμο είναι ζόρικο», απολαμβάνουν το τσιπουράκι τους έξι από τους άνδρες του χωριού. Δεν χωράνε και πολλοί παραπάνω. «Η Folli Follie, η εταιρεία στην οποία εργάζεται ο Σπήλιος τα τελευταία 22 χρόνια, ανέλαβε να μας χτίσει το καφενείο μας. Εχτισαν ήδη την εκκλησία δίπλα στο νεκροταφείο, το κοινοτικό γραφείο και ιατρείο στην είσοδο του χωριού και ετοιμάζουν και το σπίτι του Σπήλιου. Τα δικά μας τα ανέλαβε η κυπριακή κυβέρνηση» λέει ο πρόεδρος του χωριού κ. Γιώργος Κώσσυφας, ο οποίος έχασε στη φωτιά τον αδελφό του. Βάσει σχεδίων, τα έργα θα ξεκινήσουν γύρω στις 15 με 20 του Ιανουαρίου και «όπως μας υποσχέθηκε ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας μέσα σε 18 μήνες θα παραδοθούν τα πρώτα κλειδιά» διευκρινίζει ο 55χρονος Χαράλαμπος Αιλιανός.

 

Τα προβλήματα πέφτουν στο τραπέζι το ένα μετά το άλλο. «Αρχίζουμε και πάλι από το μηδέν. Το τριχίλιαρο τελείωσε. Σε λίγο θα τελειώσουν και τα 150 ευρώ που πήραμε αποζημίωση από τον ΕΛΓΑ για κάθε στρέμμα ελιάς. Ακόμη κι αν δεν ήταν αυτή η πρώτη ασχολία μας, τόσα χρόνια είχαμε μάθει να κάνουμε το κουμάντο μας από τα κτήματα. Συνυπολογίζαμε τα έσοδα από το λάδι στον οικογενειακό μας προϋπολογισμό. Τώρα όχι μόνο δεν έχουμε τις ελιές μας και πρέπει να αγοράσουμε λάδι αλλά δεν έχουμε ούτε τα ζώα μας και πρέπει να αγοράσουμε κρέας, δεν έχουμε τους κήπους μας και αγοράζουμε οπωροκηπευτικά, δεν έχουμε τα αμπέλια μας, δεν έχουμε τίποτα. Για όλα πρέπει να πληρώσουμε» λέει ο 65χρονος συνταξιούχος κ. Παναγιώτης Μπάμπης. «Δεν μπορούμε ούτε ελιές να φυτέψουμε.Περιμένουμε τους γεωπόνους την άνοιξη να καταγράψουν τις ζημιές, να βγάλουν πορίσματα για να αρχίσουμε να καλλιεργούμε» διαμαρτύρεται ο 47χρονος αγρότης και ελαιοχρωματιστής Κωνσταντίνος Καστής. «Την άνοιξη που θα 'ρθουν, δεν θα φαίνεται τίποτα. Θα 'χουν φουντώσει τα χόρτα και θα μας λένε πως τα δένδρα είναι ζωντανά. Καρπό όμως θα βγάζουν;» δυναμιτίζει την ατμόσφαιρα ο κύριος Παναγιώτης. «Την απώλεια παραγωγής είπαν πως θα τη δώσουν μόνον σε αυτούς που είχαν την ελιά ως πρώτη τους ασχολία. Ολοι όμως ζούσαμε στην ουσία από την ελιά» επιμένει ο ηλεκτρολόγος Χαράλαμπος Αιλιανός και συνεχίζει: «Τα δένδρα που θα φυτέψουμε θέλουν δέκα χρόνια για να φτάσουν την απόδοση της παραγωγής που είχαμε ως τη φωτιά. Και να μας δώσουν την απώλεια παραγωγής για εφέτος, υπάρχει και ο επόμενος και ο μεθεπόμενος χρόνος».

 

Οσο οι άνδρες μοιρολογούν και σκέφτονται, ένα τσούρμο γυναίκες οραματίζεται το μέλλον. Η 47χρονη αγρότισσα από το Λέπρεο, το χωριό που κινδυνεύει από κατολίσθηση, προσπαθεί να συνενώσει τις γυναίκες της Πελοποννήσου κάτω από την ομπρέλα ενός φιλόδοξου οργανισμού υπό τον τίτλο «Κίνηση γυναικών Η ΓΑΙΑ». Η κυρία Μαρία Τσόπελα λοιπόν, προχωρώντας ένα βήμα παραπέρα, στις 15 Δεκεμβρίου κατάφερε με τη βοήθεια κάποιων προέδρων χωριών, του Περιβαλλοντικού Συλλόγου Ζαχάρως και της Πανηλειακής Επιτροπής Αγώνα, να ενώσουν μέλη της επιστημονικής κοινότητας με αγρότες, κτηνοτρόφους και εθελοντές στο πρώτο συνέδριο που πραγματοποιήθηκε για το μέλλον του τόπου. «Στοχεύουμε σε ένα καλύτερο μέλλον για τον τόπο μας. Πιο ευαισθητοποιημένο σε θέματα περιβάλλοντος με στόχο την αποκατάσταση του ζωικού και φυτικού κεφαλαίου της περιοχής». Από το λυόμενό της καταστρώνει σχέδια «μακριά από πολιτικές σκοπιμότητες. Εμείς οι γυναίκες μπορούμε. Μόνο οργανωμένα θα κερδίσουμε κάτι καλύτερο για τα παιδιά μας» που αν και η ίδια δεν έχει «αισθάνεται όλα τα παιδιά δικά της». Ετσι λοιπόν φωτοτυπεί ασταμάτητα τα ενημερωτικά φυλλάδια «για την αποκατάσταση των ζημιών και την αναγέννηση των πληγεισών περιοχών» τα οποία συνέταξε το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης για τους αγρότες της Πελοποννήσου και τα οποία «ποτέ δεν έφθασαν στα χέρια τους». Στο πλευρό της βρίσκονται γυναίκες όπως η Εβελιν, η 47χρονη Γερμανίδα η οποία εγκαταστάθηκε στην περιοχή πριν από 18 χρόνια. Με δύο παιδιά και με ένα καμένο σπίτι στο Μπισκίνι, παλεύει για την περιβόητη επιδότηση ενοικίου. «Ολο μου λένε πως θα έρθει το χαρτί, πως έχει υπογραφεί από την Αθήνα, και το χαρτί δεν έρχεται. Τώρα έμαθα ότι προσπαθούν να γλιτώσουν τις επιδοτήσεις από τουλάχιστον τέσσερα χωριά με τον ισχυρισμό ότι είναι σεισμόπληκτα από τον σεισμό που έγινε πριν από 40 χρόνια. Σεισμόπληκτα όμως ήταν όλα τα χωριά της περιοχής, όχι μόνο το Μπισκίνι, η Καλίδονα, η Αρίνη και το Ανήλιο».

Και όσο στην Αρτέμιδα περιμένουν τα κυπριακά μηχανήματα να βάλουν μπρος και στη Μάκιστο προσπαθούν να συγκεντρώσουν τίτλους ιδιοκτησίας οι οποίοι θα κατατεθούν από τους μηχανικούς της οικογενείας Βαρδινογιάννη - η οποία και ανέλαβε εξ ολοκλήρου το χωριό με αντίπαλο τα γραφειοκρατικά γρανάζια - και όσο στη Ζαχάρω φτιάχνουν σπιτάκια αγιοβασιλιάτικα και η κυρία Τζοβάνα Φραγκούλη μοιράζει δώρα σε παιδιά όπως ο Τάσος από την Καλίδονα, ο οποίος θέλει και δεύτερο αλλά η μαμά του τον διδάσκει να σέβεται τα υπόλοιπα παιδάκια που δεν πήραν στον διπλανό νομό, ο χρόνος μοιάζει σταματημένος.

Αφήνοντας την Ανδρίτσαινα με κατεύθυνση τη Μεγαλόπολη Αρκαδίας, οι βοσκοί ξαμολούν τα κοπάδια τους να βοσκήσουν ό,τι πρόλαβε να φυτρώσει στις πλαγιές. Τις μαύρες «σαν τον αράπη», που λέει και η κυρία Φωτεινή από το χωριό Χιράδες, η οποία έχασε τον γαμπρό της στο προηγούμενο χωριό, το Σούλι, και που «σαν νυχτώσει δεν ξεμυτάει. Φοβάται». Σήμερα της έφερε ο γιος της τα παιδιά στο σπίτι. Τα εγγόνια της που «δεν τα αφήνω να πιουν νερό από τη βρύση. Μας το έχουν απαγορεύσει. Μόνο για λάτρα το 'χουμε». Εκείνη πίνει παρ' όλα αυτά και από την πηγή, γιατί «μια εξάδα που μας δίνει την εβδομάδα τι να φτουρήσει;». Και όσο ο γιος της διαμαρτύρεται γιατί δεν τους αφήνουν «να φυτέψουν μέχρι να 'ρθουν οι γεωπόνοι, αλλά ούτε και να κόψουμε δέντρα για το τζάκι», στην απέναντι μεριά του δρόμου βρίσκονται χωριά ξεχασμένα από τον Θεό. Σαν την Τουρκολέκα με τα 35 καμένα σπίτια ή την Ελληνίτσα με τους τρεις γέροντες άνδρες και τις έξι χήρες. Είναι μεσημέρι και στον στενό δρόμο που οδηγεί σε τούτα τα μέρη δεν κυκλοφορεί ψυχή. Χτυπάμ&e