Καλημέρα & Χρόνια Πολλά.
Ήθελα αυτή τη χρονιά να κάνω ποδαρικό με την Έλενα Καραμίχαλου & το eyedoll.gr και τα κατάφερα,είδα το παρακάτω κείμενο μου άρεσε πολύ γι αυτό το μοιράζομαι μαζί σας. Καλή Χρονιά
Μωράκι μου,
λυπάμαι πολύ που θα σου κάνω τις γιορτές ίσωμα, αλλά θέλω να χωρίσουμε.
Δεν ήθελα να στο κάνω αυτό γιορτάδες μέρες, αλλά από τη στιγμή που μπήκες στο νόμο 99, κάτι έκανε κρακ μέσα μου και τα όνειρά μου κόπηκαν απότομα, σαν να τα έσκισε μια κάμα μαχαιριού για αρκουδοτόμαρα.
Αυτή δεν ήταν μια απόφαση που πήρα εύκολα.
Ευτυχώς, με βοήθησε πολύ ο Φοίβος, δεν τον ξέρεις, είναι ένα παιδί 78 ετών, εφοπλιστής και φίλος.
Τον γνώρισα εκείνο το βράδυ που ήρθαν και σε πήραν από το σπίτι με τις χειροπέδες μωρούλι μου, γιατί χρωστούσες λέει, στην εφορία.
Δεν μου είχες πει αυγερινέ μου ότι είχες τόσα λεφτά.
Από την Εσπρέσσο τα έμαθα, που σε έβαλε την επόμενη πρωτοσέλιδο ανάμεσα στους αστυνομικούς, με εκείνο το φεραγκάμο κοστούμι – τα γράφω και έχω γαμηθεί στο κλάμα - που σου είχα κάνει δώρο με τη χρυσή σου κάρτα στο Μιλάνο και που σε έκανε φτυστό με τον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι όταν τον θάβανε.
Αυτό είναι που με τρώει κάθε βράδυ και μπούτι δεν κλείνω.
Γιατί δεν μου είπες ποτέ ότι είχες τόσα λεφτά μωρό μου. Όχι ότι υπήρχε περίπτωση να σε αγαπήσω, αλλά γιατί αν το ήξερα, θα σου είχα ζαλίσει τα αρχίδια να μου πάρεις εκείνη τη βίλα στο Πανόραμα Βούλας και δεν θα στριμωχνόμουν σε αυτή την τρύπα των 150 τετραγωνικών, που μου αγόρασες στον περιφερειακό Λυκαβηττού.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ ότι ήμασταν το πιο όμορφο ζευγάρι της πόλης, οι πιο κουλοί, οι πιο σαρδανάπαλοι, οι πιο αταίριαστοι μωρό μου και η ζωή μαζί σου, ήταν καλύτερη και από τη Δυναστεία.
Τα πρωινά, όταν δεν έχω πιει ακόμα καφέ, με πνίγουν οι τύψεις για το τι μερίδιο μπορεί να έχω εγώ, σε αυτή σου τη χρεοκοπία.
Αλλά, από την άλλη, πότε να προλάβω καρδιά μου; Πέντε χρόνια μοναχά στα τρώω στα Καρτιέ, στα Βαν Κλιφ, στα μπουζούκια και στα Γκστάαντ -εκεί μας βγήκε και ξινό γιατί έπαθες το τέταρτο εγκεφαλικό- μα ήθελες αγάπη μου να κάνεις σκι.
Ευτυχώς που, πριν γίνεις ένα με το χιόνι, άκουσε τη σφυρίχτρα που σου είχα κρεμάσει, αυτός ο νεαρός φυσιοθεραπευτής με τους κοιλιακούς φέτες και τα γαλάζια μάτια, που όταν με κοιτούσαν μούδιαζε η αριστερή μου πλευρά και σε συνέφερε.
Όλο το βράδυ ξεμείναμε από σάλιο στη σουίτα να μιλάμε για τα χάλια σου, μέχρι που μας πήρε ο ύπνος στο κρεβάτι τσίτσιδους και τότε εσύ με φώναξες πουτάνα.
Από το μαράζι μου, την άλλη μέρα, δεν κατέβηκα στο Σαλέ για πρωινό και θυμάμαι πως έστειλες κάποιο παιδί με μια γούνα κι ένα περιδέραιο να με φέρει.
Πάνω στο πήδημα έχασα και το κόσμημα, θα το πήρε η καμαριέρα, ξέρεις τι σουπιές είναι αυτές; Τελικά όμως κατέβηκα, γιατί η γούνα τα έσπαγε.
Εδώ όμως καλέ μου, πρέπει να κλείσω το γράμμα μου, γιατί κορνάρει ο Φοίβος από κάτω.
Χρόνια πολλά λατρεία μου και καλά ξεμπερδέματα.