Θυροειδής και εγκυμοσύνη: Οι κίνδυνοι

Η συχνότητα του υποθυρεοειδισμού στην κύηση κυμαίνεται γύρω στο 2% και τα συμπτώματα μπορεί να είναι παρόμοια με τις φυσικές και συναισθηματικές αλλαγές, που παρατηρούνται στην εγκυμοσύνη (αύξηση βάρους, αίσθημα κούρασης, εξάντληση, «πρήξιμο», δυσκοιλιότητα).

«Η αδυναμία να θεραπευθεί ο υποθυρεοειδισμός αποτελεί δυνητικά επικίνδυνη κατάσταση, καθώς το έμβρυο εκτίθεται σε αυξημένο κίνδυνο για αναπτυξιακές και μαθησιακές δυσκολίες και αυξάνεται ο κίνδυνος για πρόωρο τοκετό. Ο υποθυρεοειδισμός μπορεί να προκαλέσει αναιμία, αποκόλληση του πλακούντα (κατάσταση ιδιαίτερα επικίνδυνη τόσο για τη μητέρα όσο και το έμβρυο), ή χαμηλό σωματικό βάρος γέννησης του νεογνού», ανέφερε ο ενδοκρινολόγος επιμελητής Β΄ στη Δ΄ Μαιευτική & Γυναικολογική Κλινική του Α.Π.Θ Ανάργυρος Κούρτης σε ανακοίνωσή του στο 15ο Πανελλήνιο Συνέδριο Περιγεννητικής Ιατρικής οι εργασίες του οποίο ολοκληρώθηκαν στη Θεσσαλονίκη

Ο υποθυρεοειδισμός μπορεί να προκληθεί είτε από αυτοάνοση διαταραχή του θυρεοειδή (θυρεοειδίτιδα Hashimoto) ή ακόμη και από θεραπεία του υπερθυρεοειδισμού (υπερβολική λήψη αντιθυρεοειδικών φαρμάκων). Μπορεί να εκδηλωθεί πριν ή κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, ή πιο συχνά αρκετούς μήνες ύστερα από τον τοκετό. Η διάγνωση μπορεί να γίνει με εξετάσεις αίματος και η θεραπεία επιτυγχάνεται εύκολα με τη χορήγηση λεβοθυροξίνης, η οποία αναπληρώνει ή συμπληρώνει την ορμόνη Τ4 που παράγεται υπό φυσιολογικές συνθήκες από το θυρεοειδή. Το χάπι αυτό μπορεί η γυναίκα να το παίρνει άφοβα σε όλη την εγκυμοσύνη ακόμη και στο θηλασμό.

«Οι έγκυες γυναίκες με υποθυρεοειδισμό πρέπει να ελέγχονται σε συχνά διαστήματα, ενδεχομένως και κάθε μήνα, για να είναι βέβαιο ότι η γυναίκα λαμβάνει τη σωστή δόση λεβοθυροξίνης. Η γυναίκα, που έχει γνωστό υποθυρεοειδισμό και έμεινε έγκυος πρέπει να ενημερώσει άμεσα τον γιατρό της, ο οποίος μπορεί να αυξήσει τη δόση του φαρμάκου κατά 30-50%», ανέφερε ο κύριος Κούρτης.

Υπερθυρεοειδισμός κατά την εγκυμοσύνη

Ο υπερθυρεοειδισμός κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης είναι σπάνιος, αλλά εάν δεν διαγνωσθεί και θεραπευθεί κατάλληλα, μπορεί να προκαλέσει διάφορα προβλήματα τόσο στη μητέρα όσο και στο έμβρυο. Ανάμεσα στα προβλήματα, συγκαταλέγονται οι αποβολές, η καθυστέρηση στην ανάπτυξη του εμβρύου, η εμβρυική ταχυκαρδία, ο πρόωρος τοκετός, η υπέρταση, καθώς και η θυρεοτοξική κρίση, όταν τα επίπεδα των θυρεοειδικών ορμονών αυξηθούν πολύ.

Η πιο συχνή αιτία μητρικού υπερθυρεοειδισμού κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης είναι η αυτοάνοση νόσος Graves (80-85%), η οποία προσβάλλει σχεδόν 1 στις 1500 γυναίκες. Οι έγκυες γυναίκες που είχαν νόσο Graves πριν την εγκυμοσύνη μπορεί, όταν μείνουν έγκυες, ιδιαίτερα στο πρώτο τρίμηνο, να παρουσιάσουν έξαρση στη νόσο, ενώ στο τρίτο τρίμηνο μπορεί να υποχωρήσουν τα συμπτώματα και να επανεμφανισθούν πιο έντονα τους τρεις πρώτους μήνες ύστερα από τον τοκετό. Εκτός από τη νόσο Graves υπάρχουν και άλλα πιο σπάνια αίτια υπερθυρεοειδισμού, όπως η θυρεοειδίτιδα, η τοξική βρογχοκήλη κλπ.

«H διάγνωση του υπερθυρεοεδισμού μπορεί να είναι δύσκολη κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, καθώς το σπινθηρογράφημα αντενδείκνυται στις έγκυες γυναίκες. Επιπλέον, αρκετές από τις φυσιολογικές αλλαγές κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης είναι παρόμοιες με τα συμπτώματα της υπερλειτουργίας του θυρεοειδή, όπως το αίσθημα ζέστης, η υπερβολική εφίδρωση, οι εμετοί και η ταχυκαρδία. Κατά συνέπεια, η διάγνωση στηρίζεται στη λήψη προσεκτικού ιστορικού, στην κλινική εξέταση και στις αιματολογικές εξετάσεις», τόνισε ο κύριος Κούρτης.

Τα αντιθυρεοειδικά φάρμακα (μεθιμαζόλη και προπυλθειουρακίλη) μπορεί να χορηγηθούν κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, αλλά η δόση τους πρέπει να είναι η ελάχιστη, που μπορεί να διατηρήσει στα ανώτερα φυσιολογικά όρια τα επίπεδα των θυρεοειδικών ορμονών. Σε περίπτωση που η γυναίκα είναι αλλεργική στα αντιθυρεοειδικά φάρμακα ή οι δόσεις, που απαιτούνται για τον έλεγχο των συμπτωμάτων μπορεί να βλάψουν το θυρεοειδή του εμβρύου, η χειρουργική αφαίρεση του θυρεοειδή μπορεί να αποτελέσει εναλλακτική λύση, η οποία, όμως, ενέχει κινδύνους τόσο για τη μητέρα όσο και το έμβρυο. Η λήψη ραδιενεργού ιωδίου από το στόμα, που αποτελεί συχνή θεραπεία του υπερθυρεοειδισμού, απαγορεύεται στην εγκυμοσύνη.

Η θυρεοειδίτιδα στις εγκύους

Υπολογίζεται ότι περίπου, μία στις είκοσι γυναίκες, θα εμφανίσει φλεγμονή στο θυρεοειδή αδένα μέσα στους πρώτους μήνες από τον τοκετό. Η κατάσταση αυτή αποκαλείται θυρεοειδίτιδα μετά τον τοκετό και δεν προκαλεί πόνο ή διόγκωση του θυρεοειδή αδένα. Το αποτέλεσμα της φλεγμονής είναι οι διαταραχές στα επίπεδα των θυρεοειδικών ορμονών. Στα αρχικά στάδια, η απελευθέρωση από τον θυρεοειδή μεγάλων ποσοτήτων ορμονών στην κυκλοφορία θα προκαλέσει υπερθυρεοειδισμό, που θα διαρκέσει μερικές εβδομάδες. Στη συνέχεια, ο θυρεοειδής αδένας, λόγω της φλεγμονής, είναι δυνατόν να μην μπορεί να παράγει επαρκείς θυρεοειδικές ορμόνες, προκαλώντας παροδικό υποθυρεοειδισμό. Τα σημεία και συμπτώματα τόσο του υπερθυρεοειδισμού όσο και του υποθυρεοειδισμού μπορεί να μην αναγνωρισθούν από τη γυναίκα και μπορεί να αποδοθούν στην αϋπνία, στη νευρικότητα και στην κατάθλιψη της λοχείας.

Η θυρεοειδίτιδα μετά τον τοκετό υποχωρεί από μόνη της ύστερα από έναν έως τέσσερις μήνες.Τα αρχικά συμπτώματα μπορεί να ανακουφισθούν με τη λήψη προπανολόλης, ενώ αντιθυρεοειδικά φάρμακα, ραδιενεργό ιώδιο και χειρουργείο δεν προτείνονται. Για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων του υποθυρεοειδισμού ίσως χρειαστεί χορήγηση λεβοθυροξίνης για έναν έως έξι μήνες.

EPT
Σχολιάστε το άρθρο:

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ Υγεία

Διαβάστε ακόμα